Πραγματικά απήλαυσα την ανάγνωση ετούτου του βιβλίου.
Πρόκειται για μια
ολοκληρωμένη και άκρως κατανοητή περιγραφή της «ζωής» του διάσημου αυτού μαθηματικού
γρίφου, ο οποίος επί τρεισήμισι αιώνες αποτελούσε μια σπαζοκεφαλιά για ολόκληρη
την Μαθηματική κοινότητα.
Ο συγγραφέας ξεκινά σκιαγραφώντας ορισμένα σημεία της Θεωρίας
Αριθμών (κλάδος στον οποίο εντάσσεται και το τελευταίο θεώρημα του Φερμά), ενώ
το ενδιαφέρον κομμάτι της εξιστόρησης αφορά την περίοδο μετά το 1637, οπότε και
ο PierredeFermat
έγραψε σε ένα περιθώριο βιβλίου πως έχει μια απόδειξη για το θεώρημά του, αλλά
το περιθώριο της σελίδας είναι υπερβολικά μικρό για να την χωρέσει! Έκτοτε, πάμπολλοι
μαθηματικοί βάλθηκαν να το αποδείξουν (ή να το καταρρίψουν) – όσο, όμως, περνούσαν
τα χρόνια και καμία ολοκληρωμένη απόδειξη (ή αντιπαράδειγμα) δεν δημοσιευόταν, τόσο
η φήμη του γιγαντωνόταν.
«Τα
μαθηματικά είναι νησιά γνώσης μέσα σε μια θάλασσα άγνοιας» (σελ. 246)
Ναι, ο Μάρκαρης ακολουθεί μια μανιέρα. Όλα του τα
βιβλία με ήρωα τον αστυνόμο Χαρίτο είναι γραμμένα με τον ίδιο τρόπο. Ξέρεις
ακριβώς τι θα διαβάσεις : πολύ γρήγορη αφήγηση, καθόλου περιττές περιγραφές και
σάλτσες που απλώς γεμίζουν σελίδες, έξυπνες ατάκες, συνεχής αναφορά σε δρόμους
και συνοικίες της Αθήνας, κριτική ματιά στα κακώς κείμενα της ελληνικής
κοινωνίας.
Αυτή η μανιέρα μπορεί να δημιουργεί ένα μοτίβο
που από κάποιο σημείο και μετά ίσως και να κουράζει λίγο, αλλά από την άλλη
είναι ακριβώς αυτή που κάνει τα βιβλία του Μάρκαρη να είναι ο ορισμός της λέξης
page-turner.
Για αυτό και διάλεξα το τρίτο μέρος της «Τριλογίας της Κρίσεως» για να βγω από
ένα αναγνωστικό τέλμα, στο οποίο είχα πέσει.
εκδ. Γαβριηλίδης (2012) - σελ. 323
Πρώτες μέρες του 2013 και η Ελλάδα έχει
εγκαταλείψει το ευρώ, επιστρέφοντας στην δραχμή. Η οικονομική κατάσταση είναι
πολύ δύσκολη και ο λαός είναι σε απόγνωση. Οι πληρωμές του δημοσίου
αναστέλλονται και η οικογένεια του αστυνόμου –όπως οι περισσότεροι Έλληνες–
σφίγγει κι εκείνη το ζωνάρι. Μέσα στην τραγική κατάσταση της χώρας, άτομα της
γενιάς του Πολυτεχνείου δολοφονούνται το ένα μετά το άλλο.
Η αστυνομική πλοκή είναι πιο αδύναμη σε σχέση
με τον γνωστό Μάρκαρη. Όπως είχα ξαναγράψει, η «Τριλογία της Κρίσεως» είχε ως
σκοπό να αποτυπώσει την δύσκολη κατάσταση της χώρας και των Ελλήνων, αλλά διαπιστώνω πως αυτό έγινε κάπως εμμονικά από
τον συγγραφέα.
Μιλά για την γενιά του Πολυτεχνείου, που ένα
μέρος της πάτησε πάνω στην αντιστασιακή δράση για να «βολευτεί», ενώ ασχολείται
αρκετά και με την ακροδεξιά (που τότε, το 2012) ήταν σε άνοδο.
Όμως τα έκανε κάπως άκομψα. Για πρώτη φορά
είδα διαλόγους του Μάρκαρη που να μην είναι απολύτως φυσικοί· σε ορισμένα
σημεία οι χαρακτήρες μιλούσαν μόνο και μόνο για να πουν αυτά που ήθελε ο
συγγραφέας, λες και είχε έτοιμες τις φράσεις και μετά έπρεπε να βρει οπωσδήποτε
τρόπο να τις παραχώσει μέσα στην πλοκή!
Συνολικά, μια ευκολοδιάβαστη ιστορία, που λέει
αυτά που είχε εξαρχής σκοπό να πει, αλλά ως εκεί.
Ο εκδοτικός οίκος φαίνεται να είναι πολύ
σίγουρος ότι το μυθιστόρημα αυτό θα ευχαριστήσει τους αναγνώστες, εξού και
κάνει μια πρωτοφανή κίνηση : δηλώνει πως όποιος δεν ικανοποιηθεί από το βιβλίο,
μπορεί να το επιστρέψει και να πάρει ένα άλλο!
εκδ. Διόπτρα - σελ. 458
Η υπόθεση : Έρεμπρο, Νοέμβριος 2011. Μέσα σε
διάστημα λίγων ημερών τρεις νεαρές γυναίκες δολοφονούνται βίαια και
αποκεφαλίζονται. Οι δολοφονίες αυτές έχουν τρομάξει τους κατοίκους της πόλης
και η Αστυνομία πιέζεται να πιάσει άμεσα τον δολοφόνο.
Όπως στα περισσότερα αστυνομικά, έτσι κι εδώ
έχουμε για κεντρικό ήρωα τον επιθεωρητή που αναλαμβάνει την υπόθεση, και
μάλιστα εδώ ο επιθεωρητής είναι Έλληνας, ο Άντερς Οικονομίδης –προφανώς ενός
είδους alter-ego του
συγγραφέα (Έλληνας μετανάστης στο Έρεμπρο κι εκείνος). Ο Οικονομίδης
περιστοιχίζεται από τους αρχιφύλακες που συνθέτουν την ομάδα του, ενώ δέχεται
και την βοήθεια ενός νεαρού ανάπηρου εγκληματολόγου ο οποίος έχει αφοσιωθεί
στην μελέτη των κατά συρροή δολοφόνων.
Οι χαρακτήρες δεν χτίστηκαν καθόλου καλά·
προσωπικά δεν ένιωσα πως έμαθα κανέναν από αυτούς. Μονάχα ο πρωταγωνιστής,
Οικονομίδης, σκιαγραφείται κάπως αλλά κι αυτός όχι επαρκώς. Επίσης, ο
συγγραφέας επέλεξε μεν Έλληνα πρωταγωνιστή, αλλά δεν μας έδωσε σχεδόν καθόλου
στοιχεία για το παρελθόν του, την οικογένειά του, για το πώς βρέθηκε
επιθεωρητής της Σουηδικής αστυνομίας – ούτε καν πώς πήρε το όνομα “Άντερς”.
Γενικότερα, νομίζω πως οι χαρακτήρες θα έπρεπε να δουλευτούν περισσότερο.
Αντιθέτως, καλά χτισμένη ήταν η πλοκή από τον
Γιαννίση· σπέρνει υποψίες εδώ κι εκεί και αποπροσανατολίζει διαρκώς, ενώ και το
τέλος ήταν αναπάντεχο και δεν θα μπορούσα να το έχω βρει με τίποτα. Βέβαια, για
να είμαι ακριβοδίκαιος, δεν είμαι απολύτως σίγουρος ότι είχε δώσει στον
αναγνώστη τα αποφασιστικής σημασίας στοιχεία ώστε να έχει την ευκαιρία να βρει
την άκρη του νήματος. Νομίζω πως ο Γιαννίσης σε αρκετά σημεία έκλεψε λιγάκι, μη
αποκαλύπτοντάς μας στοιχεία τη στιγμή ακριβώς που τα μαθαίνουν ή τα
συνειδητοποιούν οι πρωταγωνιστές (όπως κι η Lackbergκαι ο Nesbo –να είναι συνήθης τεχνική
των Σκανδιναβών, άραγε…;).
Στα θετικά του βιβλίου, επίσης, είναι ότι
απεικονίζεται αρκετά γλαφυρά ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται ένας Έλληνας
μετανάστης την χώρα που τον φιλοξενεί.
Τελικά, δεν νομίζω να υπάρχει κανείς που θα
εκμεταλλεύτηκε την εγγύηση επιστροφής του εκδότη και θα επέστρεψε το βιβλίο,
καθώς θεωρώ ότι παίρνει έναν καλό βαθμό.
Για τον Θοδωρή Καλλιφατίδη γνώριζα ήδη μερικά
πράγματα. Χάρη στην μεγάλη δεξαμενή πληροφοριών -το διαδίκτυο- ήξερα ότι έχει γεννηθεί στους Μολάους και λίγο μετά την ενηλικίωσή του μετανάστευσε στη
Σουηδία, όπου ζει μέχρι σήμερα. Εκεί ακολούθησε συγγραφική πορεία και μάλιστα κάποια
εποχή διετέλεσε διευθυντής ενός λογοτεχνικού περιοδικού.
Επιπλέον, είχα παρακολουθήσει την συνέντευξή
του στις ‘Κεραίες της Εποχής μας’ και από όσα είπε, αυτό που μου είχε κάνει
εξαιρετική εντύπωση ήταν το ότι γράφει στα σουηδικά και έπειτα ο ίδιος
μεταφράζει τα βιβλία του στα ελληνικά.
εκδ. Γαβριηλίδης - σελ. 291
Αν και ήξερα αρκετά, λοιπόν, για την πορεία του
Καλλιφατίδη, μέχρι σήμερα δεν είχε τύχει να διαβάσω κάτι δικό του. Η γνωριμία
μου με το έργο του έγινε με αυτό το μυθιστόρημα, με το οποίο συνέβη το εξής
περίεργο : παρότι κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης δεν με εντυπωσίαζε, εντούτοις,
στις τελευταίες σελίδες έπιασα τον εαυτό μου να διακατέχεται από μια
απροσδόκητη μελαγχολία· δεν μπορώ να εξηγήσω το γιατί, αλλά οι ήρωες που για
τόσες σελίδες δεν μου έλεγαν κάτι το ιδιαίτερο, ήταν οι ίδιοι ήρωες για τους
οποίους μελαγχόλησα που τους αποχωρίστηκα, που δεν θα μάθω πώς τα γεγονότα τα
οποία διάβασα επηρέασαν την κοσμοθεωρία τους και πώς τελικά συνεχίστηκε η ζωή
τους.
Το οπισθόφυλλο είναι εν μέρει παραπλανητικό. Η
πρώτη του παράγραφος προϊδεάζει για ένα καταιγιστικό αστυνομικό θρίλερ, με
ανθρωποκυνηγητό, πλεκτάνες και προδοσίες· η συνέχεια, όμως, βάζει τα
πράγματα στη σωστή τους βάση : […] περιγράφει τις σχέσεις των σύγχρονων
ανθρώπων με φόντο μια κοινωνία που συνεχώς αλλάζει και οδηγεί τα μέλη της στη
μοναξιά.
Αυτό ακριβώς, λοιπόν, κάνει εδώ ο
Καλλιφατίδης. Με χαμηλούς τόνους, χωρίς την αυξομειούμενη ένταση του
αστυνομικού, αλλά περισσότερο με την διαρκώς υποβόσκουσα ένταση του νουάρ, εστιάζει
στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο καθένας μας στον μικρόκοσμό του, βάζει έναν
μεγεθυντικό φακό πάνω στα ζόρια που τραβάει ο κάθε άνθρωπος ξεχωριστά (με τη
δουλειά, με την οικογένεια, με την υγεία, κτλ) και μελετά το πώς αυτά
εξελίσσονται στον χρόνο αλλά και πώς αλληλεπιδρούν με τα αντίστοιχα του
περίγυρού μας.
Παράλληλα -σε μικρότερο βαθμό, βέβαια-
επιχειρεί να θίξει και τα συλλογικά προβλήματα (καθώς αυτά πάντοτε υπάρχουν,
είναι εκεί, ανεξάρτητα από τα ατομικά δράματα) με την μετανάστευση και την
πολυπολιτισμικότητα της Σουηδίας να είναι το κοινωνικό ζήτημα που φαίνεται να τον
απασχολεί περισσότερο (χαρακτηριστικά, οι περισσότεροι από τους ήρωες του
βιβλίου είναι είτε μετανάστες είτε παιδιά μεταναστών, ενώ και το ελληνικό
στοιχείο έχει έντονη παρουσία).
Δεν μπορώ να αποφασίσω αν αυτό το δείγμα
γραφής μαρτυρά έναν Έλληνα ή έναν Σουηδό συγγραφέα. Προσωπικά, είχα συνεχώς την
αίσθηση ότι ο Καλλιφατίδης έγραφε με διπλή ιδιότητα : ως ξένος, συμπατριώτης μας,
που μας καταθέτει την δική του οπτική για την καινούρια του πατρίδα· αλλά και
από την άλλη πλευρά ως πλήρως αφομοιωμένος πλέον μετανάστης, ένας ντόπιος που
ελάχιστα διαφέρει πια από τους γηγενείς, ο οποίος σκιαγραφεί πλευρές
της Σουηδίας σε μια προσπάθεια να μας την γνωρίσει καλύτερα.
Στα πρόσφατα είκοσι χρόνια η Σουηδία, από τις
πιο πλούσιες χώρες στην Ευρώπη, είχε περάσει στη δεύτερη κατηγορία. Η
οικονομική ανάπτυξη σταμάτησε, τα καμάρια της βιομηχανίας η Βόλβο, η Σάαμπ, η
Έρικσον πέρασαν σε ξένα χέρια. […] Εντούτοις το βραβείο Νόμπελ αποκτούσε όλο
και μεγαλύτερο κύρος. Ως πότε θα παρέμενε σουηδικό;
Θεωρώ πως αυτό το (έντονα αυτοβιογραφικό) μυθιστόρημα
παρουσιάζει δύο σημαντικές αδυναμίες : έλλειψη οικονομίας λόγου και έλλειψη
πλοκής. Αυτοί, και με αυτήν τη σειρά, είναι οι δύο λόγοι που –παρά το ότι είναι εμφανέστατο πως γράφτηκε με περίσσιο
μεράκι– δεν μου επιτρέπουν να του δώσω θετική ψήφο.
εκδ. Μεταίχμιο (2011) - σελ. 386
Έξι παλιοί εφηβικοί φίλοι, στα πενήντα τώρα
πια, πηγαίνουν σε ένα νησιωτικό χωριό για το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος.
Εκεί, τριάντα χρόνια πριν, η ίδια παρέα είχε περάσει τις πρώτες της διακοπές
και το τωρινό τριήμερο θα επαναφέρει μνήμες και γεγονότα που ο χρόνος και η
απόσταση μεταξύ των μελών της είχαν σκεπάσει.
Μέσα από τις περίπου τετρακόσιες σελίδες περνά
ολόκληρη η ζωή των έξι αυτών ανθρώπων (οι οποίοι και αντιπροσωπεύουν μιαν
ολόκληρη γενιά, τη γενιά των «εφήβων του ’79»). Βλέπουμε, λοιπόν, εδώ να
αποτυπώνονται τα νιάτα τους, τα όνειρά τους, η ενηλικίωσή τους, η ωρίμανσή
τους, το βόλεμά τους, η αποξένωσή τους, η μνήμη τους και η λήθη τους. Παράλληλα
τις σελίδες διατρέχει μπόλικη μουσική ενώ υπάρχουν και αρκετές αναφορές σε βιβλία,
ταινίες και γεγονότα των τελευταίων τριάντα ετών.
Τα «Παιδιά του Κάιν» δίνουν την εντύπωση
πρωτόλειου (ενώ δεν είναι). Λέει τόσα πολλά πράγματα, προσπαθεί να περάσει τόσα
πολλά μηνύματα, περιλαμβάνει τόσες πολλές αχρείαστες λεπτομέρειες και τόσες δαιδαλώδεις
αναδρομές, που μάλλον κάπου χάθηκε το μέτρο.
Πιστεύω πως ο Παναγιωτόπουλος, θέλοντας να πει
όσο περισσότερα μπορούσε, αγωνιώντας να χωρέσει τους πάμπολλους (υπαρκτούς)
χαρακτήρες και μπόλικα βιώματα [βλέπε αυτοβιογραφικότητα], κάπου στην πορεία ξεστράτισε.
Ο κυκεώνας προσώπων και πληροφοριών τον ρούφηξε και τον αποπροσανατόλισε, αποτρέποντάς
τον από το να χτίσει αληθοφανέστερα και βαθύτερα τους χαρακτήρες του (οι οποίοι
φορτώθηκαν με πάρα πολλές λεπτομέρειες, στον βωμό της στηλίτευσης της
μεταπολιτευτικής κοινωνίας) και να δυναμώσει την –αρκετά χαλαρή– πλοκή του.
Ένα
ακόμη πρωτολειακό κουσούρι που παρατήρησα είναι η υπερβολικά εκλεπτυσμένη αφήγηση.
Οι πάρα πολλές μεταφορές καθώς και οι συνεχείς εξεζητημένες λέξεις και εκφράσεις
με κούρασαν αρκετά. Πιθανώς αυτό να ταίριαζε σε μία σχολική έκθεση ιδεών, όμως
–κατά τη γνώμη μου, πάντα– στην λογοτεχνία, η γλώσσα οφείλει να εξυπηρετεί την
εξιστόρηση του μύθου και όχι ο μύθος να λειτουργεί ως μέσο προβολής των
γλωσσικών δεξιοτήτων (βέβαια, και για να είμαι απολύτως δίκαιος, η συγκεκριμένη
επιλογή έκφρασης είχε ως αποτέλεσμα να σηκώσω κάμποσες φορές το μολύβι μου για
να υπογραμμίσω όμορφες παραγράφους).
Αρκετά τα μειονεκτήματα που εντόπισα, αλλά ας γράψω
και τα θετικά. Από αυτό που διάβασα, κρατάω την πολύ ιδιαίτερη συγγραφική
προσέγγιση· μια γραφή που ακροβατεί από το παρόν στο προ τριακονταετίας
παρελθόν και τούμπαλιν (με αυτά τα πέρα-δώθε να γίνονται διαρκώς και
ασταμάτητα, ακόμα και μέσα σε λίγες γραμμές)· που δίνει τη σκυτάλη της
εξιστόρησης άλλοτε σε έναν απροσδιόριστο δημιουργό κι άλλοτε σε συγκεκριμένο
αφηγητή που απευθύνεται σε εμάς τους αναγνώστες· που φυτεύει διάσπαρτα μέσα στο
κείμενο πινελιές αυτοαναφορικότητας.
Αυτά, και σε συνδυασμό με το αρκετά καλό «Γονίδιο της αμφιβολίας» στο οποίο δεν είχα εντοπίσει παρόμοια σημάδια φλυαρίας και συναφών
αδυναμιών, αφήνουν προς το παρόν το αναγνωστικό μου αισθητήριο αναποφάσιστο σχετικά
με το ράφι προτίμησης στο οποίο κατατάσσει τον Νίκο Παναγιωτόπουλο ως
συγγραφέα.
Το βιβλίο αυτό πιθανώς να αδικείται λίγο από τον
τίτλο και από το (ωραίο κατά τα άλλα) εξώφυλλό του, καθώς δεν αντιπροσωπεύουν σε
μεγάλο βαθμό το περιεχόμενο· παραπέμπουν περισσότερο σε μια φτηνή κωμωδία με βεβιασμένο
χιούμορ, ενώ δεν είναι σε καμία περίπτωση έτσι. (Βέβαια, για να είμαι απόλυτα δίκαιος, η αλήθεια είναι πως ο ελληνικός
τίτλος είναι πιστή μετάφραση του πρωτότυπου και το εξώφυλλο είναι πολύ καλύτερο
από αυτό της πρωτότυπης έκδοσης).
εκδ. Ωκεανίδα (2010) - σελ.254
μτφ. Μυρτώ Σπανδώνη
Ο Τζο Μπένετ αγοράζει ένα σετ πέντε σλιπ αντί
8,59 δολαρίων. Έκπληκτος από την εξωφρενικά χαμηλή τιμή, διερωτάται με
ποιον τρόπο και με τι κόστος κατασκευάζονται ώστε να μπορούν να πωλούνται τόσο
φθηνά (και να αποφέρουν κέρδος). Ξεκινώντας από το πολυκατάστημα όπου τα
αγόρασε, φτάνει στην άλλη άκρη του νήματος : στην Κίνα, εκεί όπου
κατασκευάζονται και από όπου εξάγονται σε όλον τον κόσμο. Αποφασίζει, λοιπόν, να
κάνει ένα οδοιπορικό στην άγνωστη αυτή χώρα, με σκοπό να δει από κοντά τη
διαδικασία κατασκευής και εξαγωγής των εσωρούχων, και για δύο μήνες
περιπλανιέται στη Σαγκάη και σε κάποιες κινεζικές επαρχίες.
Το βιβλίο ετούτο ομοιάζει αρκετά με τις τηλεοπτικές
ταξιδιωτικές εκπομπές, στις οποίες ο δημοσιογράφος κάνει μια βουτιά στα άδυτα
της τοπικής κοινωνίας και μας παρουσιάζει την καθημερινότητά της.
Ο ίδιος ο Μπένετ είναι ο μέσος δυτικός
πολίτης. Μεγαλωμένος σε αστικό περιβάλλον, έχοντας πολλές ανέσεις ως δεδομένες και
εμποτισμένος με αρκετές προκαταλήψεις, αγνοεί ολοκληρωτικά την γοργή ανάπτυξη καθώς
και τον πολιτισμό της Κίνας.
Έτσι, μέρα με τη μέρα, η έρευνά του
ξεστρατίζει από τον αρχικό σκοπό της. Η περιέργεια (ή και καχυποψία) για την χαμηλή
τιμή των κινέζικων προϊόντων, δίνει τη θέση της στην περιέργεια για μια χώρα
που ενώ καλύπτει μια τεράστια έκταση και ο λαός της αποτελεί περίπου το ένα
πέμπτο του πληθυσμού της γης, εντούτοις ελάχιστοι δυτικοί γνωρίζουν την ιστορία
της και την σύγχρονη πορεία της.
Μέσα από τις 250 περίπου σελίδες, λοιπόν, ο Βρετανός
αρθρογράφος στην ουσία μας συστήνει την Κίνα και τον κινεζικό λαό.
Μας μιλάει για την εκρηκτική ανάπτυξη της
συνεχώς εκβιομηχανιζόμενης ασιατικής χώρας, για τις θρησκείες και τον Βούδα,
για την χαοτική διαφορά ανάμεσα στις πόλεις και στην περιφέρεια, για τις άσχημες
συνθήκες εργασίας και τους χαλαρούς νόμους, για το αίσθημα ανωτερότητας των
Κινέζων, τον τεράστιο σεβασμό τους στον θεσμό της οικογένειας, τον ρατσισμό
αλλά και για την ευγένειά τους, για την κάκιστη οδηγική συμπεριφορά τους, για
τα σώματα ασφαλείας, για τα φαγητά και τα τσοπστικς.
Πολύ καλογραμμένο, με εύθυμο λόγο που είναι συγχρόνως
γραπτός και προφορικός, με αυθόρμητο χιούμορ και απαλλαγμένο από προκαταλήψεις και
πολιτικώς ορθά σχόλια, το «Από πού έρχονται τα σώβρακα» διαβάζεται πολύ ευχάριστα
και δίνει μια γενική εικόνα για μια χώρα και μια κοινωνία που οι περισσότεροι
–όπως άλλωστε κι ο ίδιος ο συγγραφέας– γνωρίζουμε ελάχιστα.
Από όσο μπορώ να αντιληφθώ, η μετάφραση –λόγω
του ιδιόμορφου συγγραφικού ύφους του Μπένετ– πρέπει να ήταν αρκετά απαιτητική. Εξαιρώντας
μια-δυο γκάφες στις οποίες υπέπεσε, σε γενικές γραμμές την βρήκα πάρα πολύ καλή·
προσωπικά, κατά την ανάγνωση αισθανόμουν τον ίδιο τον Μπένετ να μου εξιστορεί τις
εμπειρίες του!
Και ένα βίντεο στο οποίο ο συγγραφέας διαβάζει
τις πρώτες σελίδες.
¶ Άλλο ένα βιβλίο σχετικό με την Κίνα είναι το
μυθιστόρημα του Henning Mankell, «Ο άνθρωπος από το Πεκίνο».
Αυτό
που θεωρώ αξιοσημείωτο σε ετούτο το μυθιστόρημα είναι η ιδιαιτερότητά του να
εμπεριέχει κάμποσα είδη γραπτού λόγου : ξεκινά σαν αστυνομικό, συνεχίζει σαν
ιστορικό μυθιστόρημα, έπειτα ως πολιτική σχολιογραφία και τελειώνει ως
κατασκοπική περιπέτεια.
Τις πρώτες μέρες του 2006, σε ένα απομακρυσμένο
σουηδικό χωριό, δεκαεννέα άνθρωποι δολοφονούνται φρικτά. Ενώ η αστυνομία κάνει
τις έρευνές της, η δικαστής Μπιργκίτα Ρόσλιν από το Χέλσινμποργκ (που είναι
μακρινή συγγενής κάποιων εκ των θυμάτων) ανακαλύπτει μέσα από κάποια ημερολόγια
τις πιθανές αιτίες για το αποτρόπαιο αυτό έγκλημα. Αιτίες που έχουν τις ρίζες
τους σε ιστορίες σκλαβιάς και δουλεμπορίας που συνέβησαν ενάμιση αιώνα πριν, στην
Κίνα και στις Η.Π.Α.
Κατ’αρχήν, το οπισθόφυλλο είναι σπόιλερ! Καλό θα είναι
να μην το διαβάσει κάποιος, αν δεν θέλει να ξέρει από πριν ένα μεγάλο μέρος της
αστυνομικής πλοκής (βέβαια, καθώς κυλούν οι σελίδες, ο συγγραφέας όλο και
λιγότερο ασχολείται με την διαλεύκανση του εγκλήματος, αλλά αφιερώνεται πλήρως
στον σχολιασμό της κοινωνικό-πολιτικής κατάστασης της Κίνας και της Αφρικής
–θέμα που προφανώς είχε ως κύριο σκοπό να θίξει. Από αυτήν την άποψη, κάποιος που
έχει πέσει στην παγίδα του οπισθόφυλλου, δεν χάνει μεγάλο μέρος της
αναγνωστικής απόλαυσης).
Το μυθιστόρημα κινείται σε τρία επίπεδα. Αρχικά στη
Σουηδία του 2006, όπου σε ένα χωριουδάκι λαμβάνει χώρα το μαζικό έγκλημα.
Έπειτα στην Κίνα και τις Η.Π.Α. του 1860, όπου Κινέζοι σκλάβοι γίνονται
αντικείμενα ιδιοκτησίας και αναγκάζονται να δουλεύουν σε απάνθρωπες συνθήκες
και, τέλος, στην Κίνα και την Αφρική του 2006, όπου τα συμφέροντα εν όψει των
Ολυμπιακών Αγώνων είναι τεράστια και η οικονομική ελίτ της Κίνας βλέπει μεγάλες
ευκαιρίες κερδών και εξάπλωσης.
Κατά τη γνώμη μου, τα τρία αυτά επίπεδα δεν
παρουσιάζουν έναν ικανοποιητικό ειρμό, αλλά δίνουν την εντύπωση πως συνδέθηκαν κάπως
βεβιασμένα, απλώς για να ταιριάξουν στην ευρύτερη ιστορία που ήθελε ο συγγραφέας
να πει.
Κατά τα άλλα, ο Μάνκελ (γεν. 1948) στηλιτεύει με
μαεστρία το οικονομικό-πολιτικό σύστημα της Κίνας, που θεωρητικά ευαγγελίζεται
οικονομική ανάπτυξη και βελτίωση των συνθηκών ζωής των πολιτών, αλλά η ανάπτυξη
που προσπαθεί να επιτύχει είναι σε βάρος εκατομμυρίων εξαθλιωμένων κινέζων
αγροτών και προς συμφέρον των λίγων (ήδη πλούσιων) που βρίσκονται στα κέντρα
εξουσίας. Εκτός αυτού, η ανάπτυξη αυτή στηρίζεται και στην εκμετάλλευση φτωχών
αφρικανικών κρατών, που με την μέθοδο της αποικιοκρατίας θα βρεθούν να
εξαρτώνται αποκλειστικά από την Κίνα, τη στιγμή που όλος ο πλούτος που θα
παράγουν θα γεμίζει μερικές (ήδη πλούσιες) κινέζικες τσέπες.
Στο σημείο αυτό, ο συγγραφέας, επιπλέον, αναδεικνύει
και την εσωτερική αντιπαλότητα των μελών του κυβερνώντος κομμουνιστικού
κόμματος, το οποίο διαιρείται σε δύο στρατόπεδα : αυτούς που επιθυμούν και
προωθούν την ανάπτυξη όπως περιγράφηκε παραπάνω και τους υπόλοιπους, που επιμένοντας σε μια στάση λαϊκής αλληλεγγύης
και δικαιοσύνης, αντιτίθενται σε μια τέτοια προοπτική και προτιμούν η ανάπτυξη
της Κίνας να μην έρθει με τρόπους για τους οποίους οι ίδιοι παλαιότερα κατηγορούσαν
τις ισχυρές δυνάμεις της γης ότι χρησιμοποίησαν.
Το θέμα με το οποίο καταπιάνεται δεν προκαλεί έκπληξη,
καθώς ο Μάνκελ είναι γνωστός ακτιβιστής και περνά αρκετό από τον χρόνο του στην
Αφρική, προσπαθώντας να βοηθήσει τους μη-προνομιούχους κατοίκους της
(περισσότερα στην συνέντευξή του στην εκπομπή «Οι κεραίες της εποχής μας» : 1ο μέρος, 2ο μέρος, 3ο μέρος).
Αν εξαιρέσει κανείς, λοιπόν, το ότι «Ο άνθρωπος από το
Πεκίνο» παρεκκλίνει απρόσμενα από το μοτίβο του αστυνομικού μυθιστορήματος, αλλά και
το γεγονός ότι μερικές σκηνές θα μπορούσαν να είναι περισσότερο αληθοφανείς, η ιστορία στο σύνολό της δεν με απογοήτευσε καθόλου –αντιθέτως, τη διάβασα με
αρκετή ευχαρίστηση και δεν βαρέθηκα σε καμία στιγμή
Ένα
από τα θετικά του παζαριού των εκδοτών είναι ότι μπορεί κανείς να εξοπλίσει τη
βιβλιοθήκη του με (Έλληνες και ξένους) κλασικούς χωρίς να καταξοδευτεί. Σε μια επίσκεψή μου σε ένα προηγούμενο παζάρι, λοιπόν, δεν έχασα την ευκαιρία να προσθέσω το γνωστό διήγημα του Γκόγκολ (1809-1852) στη συλλογή μου.
εκδ.
Κοροντζή (2007) - σελ. 59
μτφρ.
Ι. Ζαφειρόπουλος
Ήρωας του διηγήματος αυτού είναι ο Αυξέντιος, ένας
δημόσιος υπάλληλος στη Ρωσία του 19ου αιώνα. Ο Αυξέντιος -που τα έχει και λίγο χαμένα- ερωτεύεται την κόρη του διευθυντή του. Έκτοτε,
προσπαθεί να μάθει ότιδήποτε μπορεί γι’αυτήν έτσι ώστε να κάνει ό,τι χρειάζεται για της
αρέσει και τότε είναι που η τρέλα θα του χτυπήσει για τα καλά την πόρτα.
Μέσα από τις χιουμοριστικές (για εμάς -σοβαρότατες,
όμως, για αυτόν) καταγραφές του ημερολογίου του ήρωα, ξεπροβάλλουν κάμποσοι
προβληματισμοί, όπως λ.χ. οι ταξικές ανισότητες, η δύναμη του πλούτου, η αξία
της επαγγελματικής καταξίωσης και της κοινωνικής ανέλιξης. Προβληματισμοί που
ενάμιση αιώνα μετά, μόνο ξεπερασμένοι και μακρινοί δεν φαντάζουν.
Κατά τη γνώμη μου, η φόρμα του διηγήματος (γενικότερα
του γραπτού λόγου) δεν ταιριάζει απολύτως στο συγκεκριμένο έργο. Ο παραληρηματικός ημερολογιακός
μονόλογος του Αυξεντίου δύσκολα μπορεί να αποδοθεί με αξιώσεις στον γραπτό λόγο και ως εκ τούτου διαβάζοντάς τον είναι δύσκολο να εισπράξει κανείς εξολοκλήρου
την αγωνία και τον παραλογισμό του. Υποθέτω πως η θεατρική απόδοση του
έργου μπορεί να το απογειώσει και να μεταδώσει τον επιθυμητό συνδυασμό γέλιου
και προβληματισμού.
Το θέμα
των ημερών είναι αναμφίβολα το λουκέτο στην Ε.Ρ.Τ. και φυσικά δεν θα μπορούσε
να μην απασχολεί κι εμένα. Καθώς, όμως, το
ιστολόγιο έχει αμιγώς βιβλιοφιλικό χαρακτήρα, τα γεγονότα της περασμένης
εβδομάδας δεν θα σχολιαστούν από το βήμα ετούτο.
Βέβαια, καθώς ακούγονται πολλές φωνές που
υπερασπίζονται τον πολιτιστικό χαρακτήρα της Ε.Ρ.Τ., δεν μπορώ να μην γράψω κι εγώ το
παράπονό μου για την «εξαφάνιση» του διαδικτυακού της αρχείου και μαζί με αυτό
(πιο συγκεκριμένα) για την «εξαφάνιση» του αρχείου της βιβλιοφιλικής εκπομπής «Οι κεραίες της
εποχής μας».
Η εκπομπή αυτή δεν είχε πέσει στην αντίληψή μου την εποχή που προβαλλόταν και έχοντάς την ανακαλύψει τον τελευταίο καιρό, κάθε εβδομάδα «καταβρόχθιζα»
ένα-δυο επεισόδια, κάνοντας νοερά λογοτεχνικά ταξίδια σε όλα τα μήκη και τα
πλάτη της γης. Μονίμως στα «αγαπημένα» ο σύνδεσμος της σελίδας, μου έδωσε τη
χαρά να μου γνωρίσει μερικούς μεγάλους συγγραφείς (και μερικούς νομπελίστες,
ανάμεσά τους) και να κρυφοκοιτάξω στα σπίτια, τα γραφεία και τις πλούσιες
βιβλιοθήκες τους.
Χαίρομαι που πριν πέσει η ιστοσελίδα πρόλαβα να δω και
να ακούσω τον Ουμπέτο Έκο, τον Ενρίκε Βίλα-Μάτας, τον Θοδωρή Καλλιφατίδη, την
Ναντίν Γκόρντιμερ, τον Λεονάρντο Παδούρα, τον Λουίς Σεπούλβεδα, την Ντόνα Λεόν,
την Φύλις Ντόροθι Τζέιμς, τον Τζον Λε Καρέ, τον Μορίς Αττιά, τον Μάριο Βάργκας
Λιόσα, τον Αντρέα Καμιλλέρι, τον Χένινγκ Μάνκελ, τον Ντάνιελ Τσαβαρία, την Άνι
Πρου, τον Αντόνιο Λόμπο Αντούνες, αλλά ταυτόχρονα λυπάμαι για τις υπόλοιπες
συνεντεύξεις που δεν πρόλαβα να παρακολουθήσω (και δεν βρήκα ποτέ τρόπο να τις
αποθηκεύσω ώστε να μπορώ να τις παρακολουθώ χωρίς να είναι απαραίτητη η
πρόσβαση στο διαδίκτυο και στη σχετική ιστοσελίδα).
Πήρα το βιβλίο αυτό με την Κυριακάτικη Ημερησία, η οποία
έχει ξεκινήσει μια σειρά βιβλίων με οικονομικά θέματα. Το συγκεκριμένο αποτελεί
μια συγκλονιστική αυτοβιογραφία του Γάλλου trader, Jérôme Kerviel (γεν. 1977), με θέμα την περιβόητη υπόθεσή
του ενάντια στην Société Générale. Το 2008, ο Kerviel κατηγορήθηκε από την
τράπεζα ότι, ως διαπραγματευτής, εκτελούσε συναλλαγές για τις οποίες δεν ήταν εξουσιοδοτημένος,
με αποτέλεσμα να ζημιώσει την τράπεζα κατά το ποσό των 4,9 δις €.
εκδ. Παπαδόπουλος (2010) -
σελ.217
μτφρ. Ιωάννα Συρίγου
Ο Kerviel αρχικά κάνει μια σύνοψη της υπόθεσής του,
επιχειρηματολογώντας εν συντομία για να στηρίξει τη θέση του. Έπειτα,
περιγράφει την πορεία του από το πανεπιστήμιο και την πρακτική που ολοκλήρωσε
στον τραπεζικό τομέα, μέχρι την πρόσληψή του από την Société Générale – πραγματοποίηση ενός
ονείρου για αυτόν.
Εκεί, βοηθός των διαπραγματευτών αρχικά, σύντομα κατάφερε
να γίνει και ο ίδιος ένας από τους διαπραγματευτές (trader). Έπειτα από λίγο καιρό άρχισε να κάνει όλο και πιο παράτολμες
κερδοσκοπικές κινήσεις, διακινδυνεύοντας όλο και μεγαλύτερα ποσά, αυξάνοντας
παράλληλα τον κίνδυνο. Όλες αυτές οι συναλλαγές αποδεικνύονταν κερδοφόρες,
οπότε δεν αντιμετώπιζε συνέπειες. Κάποιοι οργανισμοί ελέγχου σημείωναν το
γεγονός, αλλά η τράπεζα τον κάλυπτε. Στις αρχές του 2008, όμως, οι προϊστάμενοί
του ανακίνησαν το θέμα και στη συνέχεια πήρε τον δρόμο της δικαιοσύνης.
Σύμφωνα με τον Kerviel -και αυτή ήταν η υπερασπιστική
του γραμμή- όλοι οι προϊστάμενοί του, όχι μονάχα ήξεραν τις παράτολμες
στρατηγικές που υιοθετούσε (αφού είχαν στη διάθεσή τους όλα τα αναλυτικά
αποτελέσματα καθημερινώς) αλλά σιωπηρά τον ενθάρρυναν να ενεργεί έτσι, παρόλο
που αυτό επισήμως απαγορευόταν. Ενός είδους άτυπη έγκριση, δηλαδή. Ως εκ
τούτου, ο ίδιος δεν αποποιείται τις ευθύνες του, αλλά δεν δέχεται ότι είναι ο
μόνος υπεύθυνος.
Μετά από την επιχειρηματολογία του, ακολουθεί η
περιγραφή των αδιάκοπων αγώνων στα δικαστήρια, οι μέρες στη φυλακή και τα
προβλήματα με τη νομική του ομάδα.
Η αφήγηση δεν περιέχει δύσκολα τεχνικά κομμάτια σε
βαθμό που κάποιος εκτός του αντικειμένου να μην μπορεί να την παρακολουθήσει.
Εξάλλου, ο σκοπός του Kerviel είναι να ακουστεί η γνώμη του και να τονίσει ότι
οι προϊστάμενοί του ήξεραν ακριβώς τι έκανε και δεν ενεργούσε κρυφά και
αυτοβούλως ούτε και είχε σκοπό ποτέ να ζημιώσει την τράπεζα ή να επωφεληθεί ο ίδιος.
Δεν θα σταθώ τόσο στην επιχειρηματολογία του Kerviel
και στο κατά πόσο είναι ένοχος ή όχι, όσο στο πώς ο ίδιος βίωσε την όλη
διαδικασία. Όντας ένας άνθρωπος χωρίς καμία απολύτως σχέση με την αστυνομία και
τα δικαστήρια, βρέθηκε ξαφνικά μπλεγμένος σε μια ασύλληπτη υπόθεση. Κράτηση 48
ωρών στο αστυνομικό τμήμα, δακτυλικά αποτυπώματα, σωματικοί έλεγχοι, συνεχόμενες
πολύωρες ανακρίσεις. Έπειτα, διαρκές κρυφτό με τους δημοσιογράφους που
καραδοκούσαν παντού για μια φωτογραφία ή μια δήλωση. Συνεχείς αλλαγές στην
νομική του ομάδα, καθώς οι δικηγόροι του έρχονται σε προστριβές μεταξύ τους για
την ηγεσία της υπεράσπισης και την επακόλουθη δημοσιότητα. Φυλάκιση για πάνω
από έναν μήνα. Συνεχείς απορρίψεις των αιτημάτων του από το δικαστήριο. Πραγματικά,
πρόκειται για σκηνές βγαλμένες από ταινία, οι οποίες όμως συνέβησαν στα αλήθεια
και αυτό είναι που τις κάνει τόσο συγκλονιστικές.
Επίσης, ο τρόπος που είναι γραμμένο το βιβλίο,
καθηλώνει. Ο λόγος είναι περισσότερο προφορικός παρά γραπτός, χωρίς αυστηρή
δομή και αναδεικνύει την απόγνωση και την
αγωνία του πρωταγωνιστή να ακουστεί η θέση του και να μας πείσει για το ότι δεν
είναι ο αποκλειστικός ένοχος.
Τελικά, ο Kerviel καταδικάστηκε το 2010 για κατάχρηση
εμπιστοσύνης, δόλια εισαγωγή δεδομένων στα ηλεκτρονικά συστήματα και
πλαστογραφία. Άσκησε έφεση, η οποία εκδικάστηκε τον Οκτώβριο του 2012, με την
απόφαση να είναι πενταετής φυλάκιση και υποχρέωση να επιστρέψει το ποσό των 4,9
δισ. € στην τράπεζα.
Ένα
βίντεο όπου ακούγονται όλες οι γνώμες (υπέρ και κατά του Kerviel), στο οποίο μιλά
και ο γνωστός roguetraderNickLeeson.
Και
μια συνέντευξη του Kerviel και του δικηγόρου του, αμέσως μετά την απόρριψη της
έφεσης, τον περασμένο Οκτώβριο.