Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απόψεις-σχόλια-σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απόψεις-σχόλια-σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

Δεύτερη επίσκεψη στην ανταλλακτική βιβλιοθήκη του Κολωνακίου (& φωτορεπορτάζ)

Πριν από περίπου έναν χρόνο είχε εγκαινιαστεί μία από τις τρεις ανταλλακτικές βιβλιοθήκες της πρωτεύουσας, αυτή που βρίσκεται στην πλατεία Δεξαμενής, στο Κολωνάκι. Τότε, μετά από μερικές εβδομάδες λειτουργίας της, την είχα επισκεφθεί και δεν μου είχε αφήσει τις καλύτερες εντυπώσεις.

 

Πριν λίγες ημέρες την επισκέφθηκα ξανά. Το θέαμα που αντίκρισα αυτήν την φορά δεν ήταν απογοητευτικό. Ήταν αποκαρδιωτικό. Στην πρώτη από τις δύο ακόλουθες φωτογραφίες -η οποία δημοσιεύτηκε στο facebook.com/vivliothikiorg στις 24 Σεπτεμβρίου- η βιβλιοθήκη φαινόταν να περιέχει αρκετά (και τακτοποιημένα) βιβλία. Αυτό που εγώ αντίκρισα όμως, αποτυπώνεται στην δεύτερη.



Αν πέρυσι βρίσκονταν καμιά πενηνταριά βιβλία στα ράφια της ανταλλακτικής βιβλιοθήκης, φέτος όλα κι όλα δεν ήταν παραπάνω από είκοσι. Πιο αναλυτικά :
- ένα μυθιστόρημα σε κακή κατάσταση (το «Οι αγάδες του Ακτσάσαζ»)
- ένα κόμικ
- ένα ιατρικό βιβλίο σχετικό με τη βαρηκοΐα
- πέντε ποιητικές συλλογές σε άριστη κατάσταση (που εικάζω πως τις άφησε εκεί ο εκδότης για να διαβαστούν περισσότερο)
- τρία εικονογραφημένα παραμύθια του Αισώπου
- ένας τόμος του λεξικού Liddell-Scott και δύο βιβλία στρατιωτικού ενδιαφέροντος (όλα προσφορές εφημερίδας).


  
  


Τα υπόλοιπα ράφια ήταν άδεια.



Μετά από αυτά, ποιος μπορεί να ψέξει τους ανθρώπους που άφησαν τα δύο παρακάτω σχόλια στο facebook.com/vivliothikiorg;



Συνεχίζω να πιστεύω πως ένα τέτοιο εγχείρημα είναι εντελώς έξω από την κουλτούρα μας, όπως επίσης έχω την πεποίθηση πως οι επαγγελματίες του βιβλίου θεωρούν την ανταλλακτική βιβλιοθήκη κάτι επιβλαβές για τον κλάδο τους· το βλέπουν ως κάτι που υποκαθιστά τη δουλειά τους και όχι ως κάτι που την συμπληρώνει και την ενισχύει.



Με την ευκαιρία, έκανα και ένα μίνι φωτορεπορτάζ για την πλατεία Δεξαμενής.


                            

                            


Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013

Η χαρά του απρόοπτου* (δεύτερο μέρος)

το πρώτο μέρος της ιστορίας είναι εδώ

 
Το βάζεις στη βιβλιοθήκη. Αλφαβητικά κατά συγγραφέα; Αλφαβητικά κατά τίτλο; Ανάλογα με το είδος; Κατά ημερομηνία έκδοσης ή ημερομηνία αγοράς; Με κάποιον τρόπο τελικά, στρογγυλοκάθεται κι αυτό στη θέση του, παίρνοντας τα λίγα κυβικά εκατοστά που του αναλογούν.

Από καιρό σε καιρό πέφτει το μάτι σου επάνω του, το βλέπεις να στέκει σαν παρείσακτος ανάμεσα στα υπόλοιπα –ανάμεσα στις άλλες, τις προσεκτικές και διόλου αυθόρμητες επιλογές σου. Μα τι δουλειά έχει αυτό εδώ, μαζί μας; φαντάζεσαι ότι θα αναρωτιούνται οργισμένα τα άλλα
 Πού και πού το βγάζεις από τη θέση του, το περιεργάζεσαι, το ξεφυλλίζεις διερευνητικά, σκανάρεις βιαστικά το οπισθόφυλλο –πάντοτε με τον φόβο ανεπιθύμητης αποκάλυψης σημαντικών στοιχείων της πλοκής– προσπαθώντας να επιβεβαιώσεις αυτήν την ασυνήθιστα αυθόρμητή σου αγορά, αναγνωρίζεις φράσεις που είχες διαβάσει τότε, τότε που τυχαία το πρωτοσυνάντησες και οι οποίες σε είχαν ωθήσει να το εγκρίνεις, το μυρίζεις προσδοκώντας μάταια να έχει αλλάξει η οσμή του από τότε που προσέφερες στέγη, να έχει πάρει την οσμή του σπιτιού σου, την οσμή της βιβλιοθήκης σου, την οσμή των γειτονικών του βιβλίων.
Άλλες φορές, πάλι, το βλέμμα σου χαϊδεύει βιαστικά τη ράχη του και σου υπενθυμίζει απλώς την παρουσία του, σου υπενθυμίζει ότι κι αυτό, όπως και όλα τα υπόλοιπα, χάρη σε σένα –ή εξαιτίας σου; – βρίσκεται εκεί, περιμένοντας καρτερικά να αφήσει για λίγες μέρες τη μόνιμη θέση του, να μετακομίσει λίγο παραπέρα –στο κομοδίνο, την καρέκλα, το γραφείο σου– και να επιτελέσει τον σκοπό δημιουργίας του.

Και έρχεται η μέρα που το βγάζεις από τη θέση του. Η στιγμή που τα δάχτυλά σου το αγγίζουν πιο δυνατά, πιο αποφασιστικά, σημάδι ότι ίσως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να ξεβολευτεί για περισσότερο από λίγα λεπτά· για μέρες αν είναι τυχερό.
Κάθεσαι αναπαυτικά στη θέση σου (εδώ ορισμένοι θα δημιουργήσουν στο μυαλό τους, αναλόγως της εποχής, δύο εικόνες : είτε μια εικόνα σπιτικής θαλπωρής που περιλαμβάνει ένα φλογισμένο τζάκι, μια ξύλινη κουνιστή καρέκλα ή μια μεγάλη καφετιά πολυθρόνα που σε βουλιάζει μέσα της, μία γάτα κουλουριασμένη στις γούνινες παντόφλες, μία μεγάλη κούπα αχνιστό καφέ και ένα πορτατίφ-αντίκα, είτε μια καλοκαιρινή αναγνωστική εικόνα που περιλαμβάνει ένα ευρύχωρο μπαλκόνι ξενοδοχείου σε κυκλαδίτικο νησί, μια απέραντη θέα στην καταγάλανη θάλασσα, δύο πετσέτες θαλάσσης και δύο μαγιώ να λιάζονται κρεμασμένα, έναν δροσιστικό καφέ με μπόλικα παγάκια και χαβανέζικες σαγιονάρες) και ανοίγεις το βιβλίο. Όχι, δεν ξεκινάς αμέσως να διαβάζεις. Μελετάς πάλι τη σελίδα με τα στοιχεία της έκδοσης, έπειτα προχωράς στην αφιέρωση του συγγραφέα και αφού έχεις ολοκληρώσει και αυτό το τελετουργικό είσαι έτοιμος να σαλπάρεις.

Απαλλαγμένος από οποιουδήποτε είδους προσδοκίες και προκαταλήψεις, φορτωμένος μόνο από τη δική σου προσωπική περιέργεια να δεις αν το αισθητήριό σου έχει πετύχει ή έχει λαθέψει, τα μάτια σου σαρώνουν τις παραγράφους, τις σελίδες, τα κεφάλαια.
Και όσο τα κεφάλαια προχωρούν, τόσο η αρχική σου περιέργεια δίνει τη θέση της σε μια γλυκιά, συγκρατημένη ευφορία. Μπράβο, πολύ καλό, πώς και δεν είχα ανακαλύψει νωρίτερα; σκέφτεσαι απορώντας. Ταυτόχρονα, όμως, συγκρατείς την ευφορία σου : Αλλά ας μη βιάζομαι να βγάλω συμπεράσματα, ας δούμε τη συνέχεια.
Και ενώ τα δάχτυλά σου συνεχίζουν να γυρνούν τις σελίδες, η ευφορία σου είναι όλο και λιγότερο συγκρατημένη, μετά από κάθε κεφάλαιο απελευθερώνεται όλο και πιο πολύ, μια μεγαλωμένη πια κοπέλα που σπάζει τα δεσμά της –αδικαιολόγητης για αυτήν– γονικής καταπίεσης, σταδιακά οριστικοποιείται ως αναμφισβήτητο θετικό συναίσθημα και οριστικοποιεί την επιτυχία της (αυθόρμητης για τα δεδομένα σου, μην ξεχνάμε) επιλογής σου.

Και μετά το τέλος της –απολαυστικής όπως απεδείχθη– ανάγνωσης απορείς «μα πώς και δεν διάβασα πουθενά για αυτό το αριστούργημα, πώς δεν άκουσα πουθενά διθυράμβους (γιατί δεν θα του άρμοζε οτιδήποτε λιγότερο), πώς δεν είναι το νούμερο ένα όλων των τοπ-10 βιβλίων; Πώς και το βιβλιοπωλείο δεν έχει γεμίσει τη βιτρίνα του με αυτό, παρά το έχει καταχωνιάσει σε μια στενάχωρη γωνιά όπου ελάχιστα μάτια το συναντούν; Πώς και το πουλάνε μόνο χ ευρώ –ενώ θα έπρεπε να κοστίζει τουλάχιστον τα τετραπλάσια;».
Μα είναι παράλογο!
Σου έρχεται να βγεις στην αυλή και να φωνάξεις «Ακούστεεεεε, διάβασα το τάδε βιβλίο! Εσείς που δεν το έχετε διαβάσει, πώς μπορείτε και ζείτε; Ξέρετε τι χάνετε;». Και έπειτα θες να υποδείξεις σε όλους πού μπορούν να το βρούν, από ποια αραχνιασμένη γωνίτσα του βιβλιοπωλείου είχες την τύχη εσύ να το ξετρυπώσεις· εξάλλου είναι αχαριστία να κρατήσεις μόνο για σένα αυτήν την απόλαυση, πρέπει όσο δυνατό περισσότεροι να το διαβάσουν, έχεις υποχρέωση να τους το αποκαλύψεις,  στο κάτω-κάτω το δικαιούνται.

 
* αφορμή για την ιστορία αυτή στάθηκε το μυθιστόρημα «Ο καλός ψυχολόγος»



Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

Η χαρά του απρόοπτου (πρώτο μέρος)

    Ενημερώνεσαι τακτικά για τις καινούριες εκδόσεις (χωρίς όμως να παραμελείς και τις παλαιότερες), παρακολουθείς τα άρθρα των βιβλιο-κριτικών, παίρνεις καθημερινά ιδέες από τα ιστολόγια, ρωτάς τους φίλους σου αν διάβασαν τίποτα καλό τελευταία, κρυφοκοιτάζεις τις βιβλιο-προτάσεις των πολιτιστικών ιστοσελίδων. Γεμίζεις το καλάθι του νου σου με μπόλικα βιβλία, διαφόρων ειδών, ποικίλων εκδόσεων, όλων των τιμών, Ελλήνων και ξένων, πρωτοεμφανιζόμενων και καταξιωμένων συγγραφέων, δερματόδετες εκδόσεις και ξεπουπουλιασμένα paperback.

Κάθε ένα σε ενδιαφέρει και για διαφορετικό λόγο. Το ένα γιατί είναι το τρίτο μέρος μιας τριλογίας και δεν κάνει να την αφήσεις ανολοκλήρωτη· το άλλο γιατί παλιότερα είχες διαβάσει κάτι του ίδιου συγγραφέα και σου έχει αφήσει ευχάριστη θύμηση· το τάδε γιατί είναι σε εξαιρετικά μεγάλη έκπτωση στο βιβλιοπωλείο· το δείνα γιατί σου το πρότεινε μια φίλη και ό,τι σου έχει εκείνη προτείνει πάντα σου άρεσε· το επόμενο γιατί πουλάει σαν τρελλό και δεν θες να είσαι ο μόνος που δεν το έχει διαβάσει ενώ όλοι μιλούν για αυτό.

 Από όλα αυτά τα βιβλία, μοιραία κάποια στιγμή έρχεται το ξεδιάλεγμα. Δεν έχεις ούτε απεριόριστο μπάτζετ, ούτε ατέλειωτες βιβλιοθήκες και, κυρίως, δεν έχεις απεριόριστο αναγνωστικό χρόνο. Αρχίζεις, λοιπόν, να απορρίπτεις (προσωρινά) κάποια. Το ένα είναι ιστορικό και ήδη έχεις δύο ράφια με ιστορικά, το άλλο παραείναι ακριβούτσικο, το παράλλο είναι ενός συγγραφέα που έχεις διαβάσει πολλά βιβλία του τον τελευταίο χρόνο, το παραπέρα είναι τούβλο και δεν μπορείς να το κουβαλάς στα ΜΜΜ.

Έτσι, έχεις συνθέσει μια νοερή λίστα με τα "υπόψιν βιβλία", την οποία ενημερώνεις συχνά, προσθέτεις και αφαιρείς διαρκώς –κατά έναν ανεξήγητο τρόπο, βέβαια, περισσότερο προσθέτεις παρά αφαιρείς–, και με τον καιρό η λίστα σου έχει ξεχειλώσει τόσο ώστε είναι αδύνατον να παραμείνει μονάχα νοερή. Φτιάχνεις τότε ένα αρχείο, μια χούφτα αόρατα κιλομπάιτ σε μια γωνιά του υπολογιστή που περιέχουν όλο το εγγύς αναγνωστικό σου μέλλον. Χιλιάδες σελίδες, δεκάδες κιλά χαρτιού που θα σε συντροφέψουν για τους επόμενους μήνες· όλα εικονικά, ψηφιακά στριμωγμένα πίσω από ένα τόσο δα εικονιδιάκι.
Η λίστα σου είναι ο αποκλειστικός βιβλιο-καταναλωτικός σου μπούσουλας. Σπάνια (αν όχι ποτέ) αγοράζεις ένα βιβλίο που δεν είναι, ή έστω που δεν έχει ποτέ συμπεριληφθεί στη λίστα –νοερή και ψηφιακή. Περιδιαβαίνεις τους διαδρόμους των βιβλιοπωλείων προσπαθώντας να εντοπίσεις ένα γνώριμό σου εξώφυλλο, έναν χρωματικό συνδυασμό που θα σου φέρει στον νου μία καταχώριση της λίστας σου, έναν τίτλο ή ένα όνομα συγγραφέα που θα σου χτυπήσει καμπανάκι, που θα σου πει «έι ψιτ εσύ, με ήθελες τόσον καιρό, ε λοιπόν να εδώ είμαι, πιάσε με». 
      Και κάπως έτσι έχεις συνηθίσει να αγοράζεις βιβλία και μετά από κάθε αγορά σβήνεις και μια καταχώριση –διεκπεραιωμένη πια–, αλλά ταυτόχρονα προσθέτεις άλλες τρεις, και τα κιλομπάιτ όλο και πληθαίνουν.

Ώσπου μια μέρα, καθώς σουλατσάρεις με αργόσυρτα βήματα εντός του βιβλιοπωλείου, το μάτι σου πέφτει τυχαία σε ένα βιβλίο, ένα εντελώς άγνωστο σε σένα βιβλίο, που καμία κριτική για αυτό δεν έπεσε στην αντίληψή σου, κανένας φίλος δεν θεώρησε αναγκαίο να σου προτείνει, σε κανένα ένθετο δεν έτυχε δεις έστω ένα μονόστηλο, καμία τεράστια αφίσα του δεν χάζεψες στους σταθμούς του μετρό. Αντίθετα, εκείνη ακριβώς τη στιγμή το πρωτο-είδες τυχαία, ανάμεσα σε τόσα άλλα και κάτι επάνω του τράβηξε το βλέμμα σου· θες το γουστόζικο εξώφυλλο, θες ο γαργαλιστικός τίτλος, θες το αστείο όνομα του συγγραφέα· το αποτέλεσμα είναι να το πλησιάσεις, να το πιάσεις με απαλές κινήσεις στα χέρια σου, να το εξετάσεις από κάθε μεριά, να το ξεφυλλίσεις γρήγορα και μετά μια δεύτερη φορά πιο αργά, να το μυρίσεις και να τρίψεις συνωμοτικά τις σελίδες για να διαπιστώσεις την ποιότητα του χαρτιού. Μετά από αυτό το τελετουργικό, διαβάζεις κάπως βιαστικά και διαγώνια το οπισθόφυλλο, παίρνεις μια πρώτη ιδέα, κοιτάς την τιμή και έπειτα γυρίζεις στις πρώτες σελίδες για να δεις τα στοιχεία της έκδοσης (τίτλο και έτος έκδοσης του πρωτοτύπου, έτος πρώτης έκδοσης, γλώσσα πρωτοτύπου και μεταφραστή).
Η πλάστιγγα γέρνει υπέρ του.
Επανέρχεσαι στο οπισθόφυλλο, το διαβάζεις με περισσότερη προσοχή αυτήν τη φορά, λιγότερο διαγώνια αλλά πάντα με τον αιώνιο φόβο ότι μπορεί να διαβάσεις κάποιο σημαντικό στοιχείο της πλοκής που κακώς φύτεψε εκεί ο εκδότης.
Το αποφασίζεις, θα το πάρεις.
Μια απόφαση της στιγμής, που σε βγάζει από την καλά υπολογισμένη στρατηγική βιβλιο-αγορών. Ένα νεοσύλλεκτο, ένα νεοφερμένο βιβλίο ξεπέρασε στην επετηρίδα αυτά που καιρό τώρα στοίχειωναν το βιβλιοφιλικό κομμάτι του εγκεφάλου σου, αυτά που είχαν θρονιαστεί με περισσή χάρη στο ρετιρέ της (ψηφιακής και νοερής) λίστας σου και καρτερικά περίμεναν να έρθει και η δική τους σειρά να γίνουν κτήμα σου.
    
(συνεχίζεται εδώ)



Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Περί της ανταλλακτικής βιβλιοθήκης του Κολωνακίου

 


Τον περασμένο μήνα πληροφορήθηκα από το διαδίκτυο για τα εγκαίνια της ανταλλακτικής βιβλιοθήκης στην πλατεία Δεξαμενής, στο Κολωνάκι. Πραγματικά, πρόκειται για μια πολύ πρωτότυπη ιδέα : παίρνεις βιβλία, αφήνεις βιβλία, χωρίς περιορισμό, 24 ώρες το 24ωρο.
Η έμπνευση και ο σχεδιασμός ανήκουν σε δύο νεαρούς αρχιτέκτονες, την Ειρήνη Αιμιλία Ιωαννίδου και τον Ελευθέριο Αμπατζή· η κατασκευή πραγματοποιήθηκε με δωρεά κατασκευαστικής εταιρείας και η Εθνική Βιβλιοθήκη δώρισε 400 τίτλους.
Όλα καλά ως εδώ.

Η επί τόπου επίσκεψή μου, όμως, με απογοήτευσε. Όταν δύο εβδομάδες περίπου μετά τα εγκαίνια ανηφόρισα προς την πλατεία Δεξαμενής, το θέαμα που αντίκρισα δεν ήταν ακριβώς αυτό που περίμενα. Μια έρημη πλατεία με δυο-τρεις κούνιες σε μια άκρη και σε μια γωνιά της έστεκε μαραμένη η βιβλιοθήκη. Ενώ ανέμενα πως θα την περιτριγύριζε πλήθος κόσμου, σαν κάτι το πρωτόγνωρο για την περιοχή, εντούτοις δεν υπήρχε ψυχή.
Αφού, λοιπόν, την περιεργάστηκα αρχικά από απόσταση, έπειτα την πλησίασα και διαπίστωσα πως μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα λειτουργίας, η βιβλιοθήκη βρισκόταν ήδη σε κατάσταση αποσύνθεσης. Δεν ξέρω τι απέγιναν τα 400 βιβλία που δώρισε η Εθνική Βιβλιοθήκη, αλλά εγώ δεν είδα πάνω από 40-50 βιβλία –στην πλειοψηφία τους ξενόγλωσσα τεχνικά και επιστημονικά, λίγες εφημερίδες και μερικά βιβλιαράκια των εκδόσεων Λυχνάρι. Και τα περισσότερα πεταμένα όπως-όπως μέσα στα ράφια, λες και προορίζονταν για ανακύκλωση.
Τώρα, το πώς τα τετρακόσια βιβλία των εγκαινίων έγιναν πενήντα και μάλιστα σε λιγότερο από έναν μήνα λειτουργίας, ε, αυτό είναι απορίας άξιον. Εντάξει, το καταλαβαίνω πως όλο και κάποιος θα πάει και θα πάρει ένα-δύο-τρία βιβλία χωρίς να αφήσει αντίστοιχα τόσα –αυτό το ήξεραν εξαρχής και οι δημιουργοί και στο κάτω-κάτω δεν είναι μεμπτό εφόσον προωθεί την φιλαναγνωσία– αλλά τελικά πόσοι πρόλαβαν να το κάνουν μέσα σε λίγες μέρες;

Μία ένσταση που έχω είναι η επιλογή της τοποθεσίας. Γιατί επελέγη μια όχι τόσο κεντρική πλατεία του Κολωνακίου και όχι το Σύνταγμα ή το Θησείο ή η Ερμού; Πιστεύω πως σε κάποιο από τα πιο πολυσύχναστα σημεία του κέντρου θα είχε πολύ μεγαλύτερη επιτυχία το εγχείρημα.

Εν κατακλείδι, δεν είμαι αντίθετος με τη ιδέα της ανταλλακτικής βιβλιοθήκης –κάθε άλλο. Βέβαια, θεωρώ πως είναι εντελώς έξω από την κουλτούρα των Ελλήνων, αλλά αυτό δεν θα πρέπει να είναι ανασταλτικός παράγων. Η κουλτούρα μπορεί να αλλάξει, δεν είναι κάτι το στατικό.
Η βιβλιοθήκη αυτή είναι ένα πρώτο βήμα, αλλά θέλει πολλή δουλειά ακόμα. Λογικό είναι να μην αγκαλιαστεί από την αρχή, ίσως και να αντιμετωπιστεί με κάποια καχυποψία ή επιφυλάξεις (“κι αν κάποιος πάει και τη νύχτα και τα πάρει όλα;” ρωτούσε μια δημοσιογράφος τους δύο δημιουργούς). Απλώς ήλπιζα πως θα τύγχανε περισσότερου σεβασμού –τουλάχιστον για τον πρώτο καιρό.
Δεν πειράζει, όμως. Το πρώτο βήμα έγινε.
Θα την ξανα-επισκεφθώ στο μέλλον και εύχομαι να γράψω πολύ καλύτερα λόγια τότε.



Κυριακή 16 Ιουνίου 2013

Οι κεραίες μιας άλλης εποχής

Το θέμα των ημερών είναι αναμφίβολα το λουκέτο στην Ε.Ρ.Τ. και φυσικά δεν θα μπορούσε να μην απασχολεί κι εμένα. Καθώς, όμως, το ιστολόγιο έχει αμιγώς βιβλιοφιλικό χαρακτήρα, τα γεγονότα της περασμένης εβδομάδας δεν θα σχολιαστούν από το βήμα ετούτο. 


Βέβαια, καθώς ακούγονται πολλές φωνές που υπερασπίζονται τον πολιτιστικό χαρακτήρα της Ε.Ρ.Τ., δεν μπορώ να μην γράψω κι εγώ το παράπονό μου για την «εξαφάνιση» του διαδικτυακού της αρχείου και μαζί με αυτό (πιο συγκεκριμένα) για την «εξαφάνιση» του αρχείου της βιβλιοφιλικής εκπομπής «Οι κεραίες της εποχής μας».

Η εκπομπή αυτή δεν είχε πέσει στην αντίληψή μου την εποχή που προβαλλόταν και έχοντάς την ανακαλύψει τον τελευταίο καιρό, κάθε εβδομάδα «καταβρόχθιζα» ένα-δυο επεισόδια, κάνοντας νοερά λογοτεχνικά ταξίδια σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Μονίμως στα «αγαπημένα» ο σύνδεσμος της σελίδας, μου έδωσε τη χαρά να μου γνωρίσει μερικούς μεγάλους συγγραφείς (και μερικούς νομπελίστες, ανάμεσά τους) και να κρυφοκοιτάξω στα σπίτια, τα γραφεία και τις πλούσιες βιβλιοθήκες τους.

Χαίρομαι που πριν πέσει η ιστοσελίδα πρόλαβα να δω και να ακούσω τον Ουμπέτο Έκο, τον Ενρίκε Βίλα-Μάτας, τον Θοδωρή Καλλιφατίδη, την Ναντίν Γκόρντιμερ, τον Λεονάρντο Παδούρα, τον Λουίς Σεπούλβεδα, την Ντόνα Λεόν, την Φύλις Ντόροθι Τζέιμς, τον Τζον Λε Καρέ, τον Μορίς Αττιά, τον Μάριο Βάργκας Λιόσα, τον Αντρέα Καμιλλέρι, τον Χένινγκ Μάνκελ, τον Ντάνιελ Τσαβαρία, την Άνι Πρου, τον Αντόνιο Λόμπο Αντούνες, αλλά ταυτόχρονα λυπάμαι για τις υπόλοιπες συνεντεύξεις που δεν πρόλαβα να παρακολουθήσω (και δεν βρήκα ποτέ τρόπο να τις αποθηκεύσω ώστε να μπορώ να τις παρακολουθώ χωρίς να είναι απαραίτητη η πρόσβαση στο διαδίκτυο και στη σχετική ιστοσελίδα).

Φέρτε πίσω το διαδικτυακό αρχείο!



Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Σκοτεινές αποχρώσεις της λογοτεχνίας

Προσφάτως παρευρέθηκα στην παρουσίαση δύο βιβλίων μιας συγγραφέως. Είχα διαβάσει το ένα από τα δύο και σκέφτηκα να πάω να ακούσω δυο κουβέντες.

Ώρα εβδόμη απογευματινή, λοιπόν, και να'μαστε στο βιβλιοπωλείο στο κέντρο του Χαλανδρίου. Ως επί το πλείστον, γνωστοί, φίλοι και συνεργάτες της αποτελούσαν το κοινό, που στοιβάχτηκε σε λίγες καρέκλες και έναν πάγκο. Όσοι ήρθαν λίγο καθυστερημένα αναγκάστηκαν να εξασκηθούν στην ορθοστασία. Διαφημιστικά ντοσιέ με τους καταλόγους των εκδόσεων, μαζί με εκπτωτικό κουπόνι για μία κάβα οίνου και ένα μπλε (ανατομικό) στυλό προσφέρθηκαν σε όλους.


Το πάνελ των ομιλητών, εκτός της συγγραφέως, αποτελούσε ένας blogger και ένα φίλος της, ενώ αποσπάσματα του ενός βιβλίου της αναγνώστηκαν από μια γνωστή ηθοποιό. Η ίδια η συγγραφέας, παραδόξως (σε σχέση με όσα μετέπειτα έμελε να ακουστούν), απεδείχθη υπερβολικά ντροπαλή και μαζεμένη - στα όρια του σνομπ - και κάθε φορά που της έδιναν το μικρόφωνο, εκείνη πάσχιζε να το φορτώσει σε κάποιον άλλον, με αποτέλεσμα τελικά να έχει μιλήσει ελάχιστα.

Ξεκινά, λοιπόν, η εκδήλωση με το πρώτο απόσπασμα από την ηθοποιό και η ομήγυρη παθαίνει ένα σοκ : μέσα στις κάμποσες σελίδες που διαβάστηκαν, έπεφταν βροχή λέξεις και φράσεις που παραπέμπουν σε σκληρό πορνογράφημα! Όχι συγκεκαλυμμένα, όχι εδώ κι εκεί, όχι κάθε δυο-τρεις σελίδες, χάριν της αμεσότητας και της αληθοφάνειας. Σε κάθε σελίδα. Σε κάθε παράγραφο, σε κάθε πρόταση. Αν τύχαινε, δε, να υπάρχει τηλεοπτική μετάδοση, δεν θα ακουγόταν παρά ένα μακρόσυρτο μπιιιιιιπ! Η ηρωίδα του βιβλίου ένιωθε την ανάγκη να μοιραστεί μαζί μας με κάθε λεπτομέρεια πώς βίωνε και πώς φανταζόταν την ιδανική σεξουαλική εμπειρία και τον ιδανικό σεξουαλικό σύντροφο και εμείς είχαμε την υποχρέωση να την ακούσουμε!


Αφού ολοκληρώθηκε η ανάγνωση αυτού του καθαρού και ατόφιου πορνογραφήματος, η (ντροπαλή, κατά τα άλλα) συγγραφέας δήλωσε έκπληκτη που, εν αγνοία της, είχαν επιλέξει οι υπόλοιποι του πάνελ να διαβαστεί το συγκεκριμένο απόσπασμα. Προσπαθώντας, δε, να μετριάσει τις εντυπώσεις, μας καθησύχασε λέγοντας πως το υπόλοιπο βιβλίο δεν ακολουθούσε αυτό το ύφος και τα όσα είχαμε ακούσει αποτελούσαν εξαίρεση. Αργότερα, στο δεύτερο απόσπασμα που διαβάστηκε, όντως, το ύφος ήταν ηπιότερο : σοφτ πορνογράφημα, αυτή τη φορά.

Μετά από όλα αυτά, πιάνω τον εαυτό μου να αναρωτιέται : τελικά, τι συνιστά λογοτεχνία; Η φαντασία/έμπνευση/φαντασιώσεις/ανεκπλήρωτες επιθυμίες του καθενός μπορούν να αποτυπώνονται στο χαρτί και αυτομάτως να αποκτούν μια (κάποιας μορφής λογοτεχνική) αξία; Το γεγονός ότι βρέθηκε, δηλαδή, κάποιος να εκδώσει αυτές τις μύχιες σκέψεις, τις μετατρέπει σε λογοτεχνία και σε κάτι που αποτελεί προσφορά προς την τέχνη ή την ανθρωπότητα;

Δεν νομίζω πως, αν βρισκόμασταν σε μια οποιαδήποτε παρέα και συζητούσαμε, η ηθοποιός θα μας αράδιαζε ανερυθρίαστα ένα μάτσο εκφράσεις του πεζοδρομίου. Τώρα, όμως, το έκανε χωρίς ίχνος ντροπής και (θεωρούσε ότι) νομιμοποιούνταν απλώς και μόνο επειδή έτυχε μια κυρία να γεμίσει ένα βιβλίο από τέτοιου είδους φρασεολογία. Γιατί; Μήπως διάβαζε κάποιο ιερό τέρας της λογοτεχνίας, του οποίου τα γραφέντα αποτελούν θέσφατα;


Δεν έχω διαβάσει κανένα βιβλίο των θιασωτών της "γυναικείας λογοτεχνίας", αλλά διαβάζω και ακούω συνεχώς τα όσα κατά καιρούς τις καταλογίζουν. Μετά από όλα αυτά, όμως, αισθάνομαι μια περίεργη επιθυμία να τις υπερασπιστώ και διερωτώμαι αν δικαίως έχουν ακούσει τα όσα έχουν ακούσει και αν δικαίως έχουν εισπράξει τη χλεύη που έχουν εισπράξει (όχι από όλους, βέβαια) για τα βιβλία τους. Να σημειώσω, δε, ότι τα όσα περιέγραψα παραπάνω αναφέρονται σε μια "υπεράνω πάσης υποψίας" συγγραφέα που δεν της έχει δοθεί η ταμπέλα της "γυναικείας λογοτεχνίας", και η οποία κερδίζει τα προς το ζην από τον γραπτό της λόγο. Όμως, από ό,τι φαίνεται, άλλος έχει το όνομα κι άλλος έχει τη χάρη...

Δεν είμαι υπέρ του συντηρητισμού και της λογοκρισίας στην τέχνη, ούτε της ηθικοπλαστικής λογοτεχνίας, αλλά νομίζω πως θα πρέπει να υπάρχουν και κάποια όρια (για τα οποία, φυσικά, έχει κάποια ευθύνη και το αναγνωστικό κοινό).


Το όνομα της συγγραφέως δεν έχει σημασία, για αυτό και δεν το αναφέρω.