Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

«Σφαίρες στο Αιγάλεω» - Άρις Αλεβίζος


Αγόρασα αυτό το βιβλίο πριν δυο-τρία χρόνια, σε ένα από τα παζάρια των εκδοτών. Το βλέμμα μου αρχικά είχε τραβήξει ο τίτλος, κι ύστερα ήταν η πάρα πολύ χαμηλή του τιμή που με ώθησε να το πάρω για να δοκιμάσω την γραφή ενός άγνωστου -σε μένα- συγγραφέα.

Έντεκα διηγήματα περιλαμβάνονται στη συλλογή –τα περισσότερα ολιγοσέλιδα (4 έως 10 σελίδες)– και σχεδόν όλα μου άφησαν από μέτρια ως καλή επίγευση.
Από όσο μπόρεσα να διακρίνω πίσω από τις γραμμές, ο Αλεβίζος, σαν καλός παρατηρητής-συγγραφέας, βιντεοσκοπεί διαρκώς την καθημερινότητα (τόσο των γύρω του όσο και την δική του) και έπειτα, καθώς ξαναπαρακολουθεί το φιλμ, το σταματάει στις στιγμές που βρίσκει ενδιαφέρουσες και ζουμάρει αρκετά ώστε να τις περιγράψει εκ νέου και με περισσότερη λεπτομέρεια ή ακόμα και να τους δώσει μια διαφορετική εξέλιξη, όπως αυτός την φαντάζεται.

Ξεχώρισα τον «Χορό της χήρας», ένα διήγημα όπου περιγράφεται η γνωστή σε όλους μας κατάσταση κατά την οποία συναντούμε ορισμένους συγκεκριμένους ανθρώπους μονάχα μια φορά τον χρόνο : στην ονομαστική εορτή κάποιου συγγενή ή φίλου μας.

Το «Φίτος και ΣΙΑ» είναι μια ιστορία ύποπτων επιχειρηματικών κινήσεων, όπου γίνεται ο “κλέψας του κλέψαντος”.

Στο «Ο ιδιότροπος κύριος Φαίδων», ο Φαίδων ένα βροχερό πρωί αποφασίζει να πάρει το λεωφορείο αντί για το αυτοκίνητό του και τελικά ταλαιπωρείται αρκετά μέχρι να φτάσει στη δουλειά του. Με αφορμή αυτήν του την ταλαιπωρία παρεισφρέουμε στο μυαλό του, που κατακλύζεται από απαισιόδοξες φιλοσοφικές σκέψεις γύρω από την ανθρωπότητα.

Επίσης, μου άρεσε η «Μοιχάγρια», το εκτενέστερο διήγημα της συλλογής (περίπου 40 σελίδες) το οποίο εξιστορεί την δυσάρεστη διαδικασία του χωρισμού ενός ανδρόγυνου. Το αξιοσημείωτο είναι ότι μαθαίνουμε το τι συνέβη/συμβαίνει μέσα από τους μονολόγους των εμπλεκομένων : αρχικά έχουμε τον (εξαιρετικά παραστατικό και έντονο) μονόλογο της Σοφίας, που σαν άλλη Νίνα, περιγράφει την γνωριμία της με τον Μιχάλη και σιγά-σιγά φτάνει στο πώς σήμερα πια δεν τους συνδέει τίποτα άλλο πέρα από το παιδί τους. Έπειτα ακούμε τον Μιχάλη και τη μητέρα του, τον πατέρα της Σοφίας, τους δικηγόρους των δύο πλευρών και την δικαστή που θα εκδικάσει την υπόθεση κηδεμονίας και διατροφής.

Τέλος, στο διήγημα που ονοματοδοτεί τη συλλογή, ένας μεσήλικας δικηγόρος του οποίου το χόμπι είναι το τρέξιμο παρέα με τα δυο σκυλιά του σε ερημικά βουνά, εικάζει το τι θα συνέβαινε εάν πάθαινε έμφραγμα ενόσω βρίσκεται στο βουνό.
                            

Με θετικό πρόσημο έκλεισα αυτήν τη συλλογή, η οποία εκτός από την ενδιαφέρουσα λεπτομερειακή αποτύπωση συνηθισμένων στιγμιότυπων, έχει να επιδείξει και μια επιτυχημένη απόπειρα διαφοροποίησης του συγγραφικού ύφους από διήγημα σε διήγημα (και μάλιστα, το χάρισμα αυτό αναδεικνύεται ιδιαιτέρως ανάμεσα στους επτά επιμέρους μονολόγους της «Μοιχάγριας»).


Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

«Ο ορκωτός λογιστής» - Χρήστος Τριανταφύλλου

Στο ιστολόγιο δεν γράφω για όλα τα βιβλία που διαβάζω. Κάποια τυχαίνει να μην μου αρέσουν καθόλου, ενώ η ανάγνωση κάποιων άλλων απλώς ολοκληρώνεται αδιάφορα, χωρίς να μου δίνει αφορμή για να γράψω κάτι ουσιαστικό.

 
εκδ. Γαβριηλίδης - σελ. 117


Tο μικρό ετούτο βιβλιαράκι μου άφησε μια χλιαρή έως αδιάφορη επίγευση, αλλά ο μοναδικός λόγος για τον οποίο αποφάσισα να γράψω για αυτό είναι τα δύο εντυπωσιακά διηγήματα που ανοίγουν την συλλογή –«Ο ταραξίας» και το «Η1Ν1»–, τα οποία ξεχωρίζουν σαν την μύγα μες στο γάλα από τα υπόλοιπα, και θα ήθελα να γραφτεί κάτι γι’αυτά.
Ο «ταραξίας» είναι ένα διήγημα που θυμίζει έντονα το «Λάθος» του Σαμαράκη, τόσο από άποψη ύφους (δεν κατονομάζεται τίποτα, παρά έχουμε το Κράτος, την Τάξη, το Σύστημα) όσο και στο στυλ. Με μια αξιοθαύμαστη πυκνότητα και μια κοφτερή ειρωνία, ο συγγραφέας στηλιτεύει την υποταγή του ατόμου στο απροσδιόριστο αλλά παντοδύναμο κράτος.
Στα ίδια περίπου πλαίσια κινείται και το «Η1Ν1», το οποίο αναφέρεται, με έναν κάπως περισσότερο παραβολικό τρόπο, στην καλούπωση και τη διαρκή παρακολούθηση των ατόμων της κοινωνίας με πρόσχημα την προστασία τους.
Και τα δύο αυτά τετρασέλιδα διηγήματα με εντυπωσίασαν με τη μεστότητά τους και τον ειρωνικό καταγγελτικό τους λόγο, και ακόμη περισσότερο εξεπλάγην όταν διαπίστωσα ότι ο συγγραφέας τα έγραψε προτού καν κλείσει τα δεκαοχτώ!
Το Κράτος, που ούτε υπάρχει ούτε δεν υπάρχει, που είναι πάνω από όλους μας και συνάμα αποτελείται και εξαρτάται από μας, περνά αόρατες αλυσίδες γύρω από τους αστραγάλους μας· αλυσίδες που μυρίζουν όμορφα, και όσο τις υποτιμάμε σφίγγουν περισσότερο, ώσπου τελικά να μας πνίξουν.

Τα υπόλοιπα αφηγήματα –τα περισσότερα πολύ μικρά, από λίγες γραμμές έως μια σελίδα– δεν μου είπαν κάτι. Επιχειρούν να θίξουν μερικά κακώς κείμενα τόσο της ελληνικής πραγματικότητας όσο και της ανθρώπινης φύσης εν γένει (όπως π.χ. την αποξένωση, την διαφθορά των Εκκλησιαστικών αρχόντων, την αναποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού, την υποκρισία, την εμμονική προσήλωση στη συλλογή πλούτου), και μάλιστα όχι εκτοξεύοντας απλώς και μόνο εύκολες κατηγορίες, αλλά βγάζοντας μια πικρία (καθώς ο συγγραφέας δεν είναι ένας απομακρυσμένος παρατηρητής, αλλά επηρεάζεται από όλα αυτά)· εντούτοις η πολύ συνοπτική φόρμα τους και το υπέρ το δέον ελλειπτικό και υπαινικτικό στυλ τους προσωπικά δεν με κέρδισε.
Γεμάτες οι παραλίες από νέους που η αποχή γι’ αυτούς είναι «πολιτική επιλογή». Και φωνάζουν όλοι οι βδελυροί μικροαστοί: «πες τα Λάκη», χειροκροτώντας παράλληλα, γιατί μόνο αυτό μπορούν να κάνουν. Και κάνει η κάμερα ένα κοντινό στο κοινό, και ξαναχειροκροτούν αυτοί, ακόμα πιο δυνατά αυτή τη φορά, όπως το πρόβατο βελάζει πιο δυνατά όταν βελάζουν και τα υπόλοιπα στο κοπάδι. Και επιστρέφουν σπίτι με μια σπίθα ανεξαρτησίας στο μάτι, πέφτοντας για ύπνο αμέσως, γιατί πρέπει να είναι στη δουλειά νωρίτερα για να πιάσουν κουβέντα με τον προϊστάμενο, που φαίνεται να τους συμπαθεί τελευταία, ειδικά αφότου κάρφωσαν τον συνάδελφο στον 5ο που έφευγε νωρίτερα.
 

Κυριακή 8 Ιουνίου 2014

«Χαμένα κορμιά» - Annie Proulx

Αν διάλεγα ένα εξώφυλλο για αυτό το βιβλίο, πιθανότατα θα ήταν μια μακρινή λήψη ενός μεγάλου ράντσου που να στέκεται αγέρωχα στη μέση μιας απέραντης έκτασης, κι αυτό διότι γύρω από τα ράντσα και την ζωή των ραντσέρηδων της πολιτείας Wyoming περιστρέφονται τα διηγήματα της Άννι Πρου.

 
εκδ. Καστανιώτη - σελ. 271
μτφ. Αύγουστος Κορτώ


Ένας δασονόμος που είναι πολύ αυστηρότερος από όσο ορίζει ο νόμος, ένας διαγωνισμός της μεγαλύτερης γενειάδας, δύο ηλικιωμένοι που ξεσκαρτάρουν τα πράγματα των προσφάτως θανόντων αιωνόβιων γονιών τους, μια σερβιτόρα την έκταση της οποίας καταπατούν οι αγελάδες μιας μεγάλης εταιρείας και ένας νεαρός που προσπαθεί να βρει την τύχη του μακριά από το Wyoming παρελαύνουν σε κάποια από τα έντεκα διηγήματα της συλλογής.

Η Πρου έχει σκιαγραφήσει τόσο ρεαλιστικά τα πρόσωπα και τις καταστάσεις που εμφανίζονται στις ιστορίες της και έχει επιμελώς αποφύγει τα οποιαδήποτε μυθιστορηματικά ξεχειλώματα στην αφήγηση, ώστε θα έλεγε κανείς ότι δεν πρόκειται για αμιγή μυθοπλασία αλλά για πραγματικά πρόσωπα και ιστορίες· για γεγονότα που στ’αλήθεια συνέβησαν σε φίλους, γνωστούς και γείτονες της συγγραφέως και τα οποία εν μέσω ενός απογευματινού καφέ μας διηγείται για να περάσει η ώρα μας.

Το αξιοσημείωτο είναι ότι η ανάγνωση των διηγημάτων αυτών μου προξένησε ταυτόχρονα αντιδιαμετρικά συναισθήματα.
Από την μια πλευρά ένιωθα μια έντονη περιέργεια να γνωρίσω αυτές τις περιοχές που περιγράφει η Πρου· τους ανθρώπους που ζουν στα ράντσα, ουσιαστικά περιχαρακωμένοι αποκλειστικά μέσα στα όρια της περιοχής τους και μακριά από τον «πολιτισμό», και από την άλλη πλευρά, την ίδια στιγμή αισθανόμουν τόσο ξένα όλα αυτά που διάβαζα, σαν να ακούω διάφορες ιστορίες για ανθρώπους και μέρη τα οποία μου είναι τόσο μακρινά και άγνωστα, που στην ουσία ελάχιστα με αφορούν.

Τελικά, κυρίως λόγω του υπέρμετρου ρεαλισμού της Πρου, η γενική γεύση που μου αφήνει η συλλογή είναι μάλλον αποθαρρυντική από το να δοκιμάσω κι άλλο βιβλίο της.


Μετά το «Πετρέλαιο!», συναντώ ακόμη μια εξαιρετική μετάφραση του Κορτώ.


Πέμπτη 22 Μαΐου 2014

«Η μάνα και το νόημα της ζωής» - Irvin Yalom

Σε ετούτη τη συλλογή έξι αφηγημάτων, μέσω της οποίας γνωρίστηκα με γραφή του Γιάλομ, περιλαμβάνονται τέσσερις αυτοβιογραφικές ιστορίες και δύο διηγήματα (με κεντρικό ήρωα τον ψυχοθεραπευτή Έρνεστ Λας).


 
εκδ. Άγρα - σελ. 333
μτφ. Ευ. Ανδριτσάνου & Γ. Ζέρβας


Ξεκίνησα στην ανάγνωση από τα τέσσερα αυτοβιογραφικά κείμενα και συγκεκριμένα από το πιο εκτεταμένο όλων, το 100-σέλιδο «Εφτά μαθήματα θεραπείας πένθους για προχωρημένους». Εδώ ο διάσημος ψυχοθεραπευτής μας περιγράφει το χρονικό της επίπονης τετραετούς θεραπείας της Αηριν, μιας γυναίκας που ξεκίνησε την ψυχοθεραπεία όταν ο σύζυγός της διεγνώσθη με όγκο, οπότε και ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση για το τέλος του.

Στο «Ταξίδια με την Πώλα», μια καρκινοπαθής, κατά έναν περίεργο τρόπο, καταφέρνει και λειτουργεί περισσότερο ως μέντορας του θεραπευτή της παρά ως μια ευάλωτη θεραπευόμενη. Έτσι, με την πολύτιμη βοήθειά της, ο Γιάλομ πρωτοπορεί, οργανώνοντας ομαδικές θεραπείες για γυναίκες με καρκίνο σε προχωρημένο στάδιο, προσπαθώντας να μελετήσει και να βελτιώσει την ποιότητα της ζωής που τους απομένει.

Το «Southern comfort» αφορά μια ομαδική συνεδρία, η οποία παρότι ξεκίνησε πολύ χλιαρά και με ελάχιστες προοπτικές, τελικά ολοκληρώθηκε με εντυπωσιακό τρόπο, προκαλώντας τον θαυμασμό των εκπαιδευομένων ψυχοθεραπευτών προς τον Γιάλομ.

Στη «Μάνα και το νόημα της ζωής» (το αφήγημα που ξεφεύγει από το ύφος και τη θεματολογία των υπολοίπων πέντε), με αφορμή μια "συνάντησή" με την μητέρα του σε ένα όνειρό του, ο Γιάλομ καταφέρνει επιτέλους να κάνει μια ανοιχτή κουβέντα μαζί της –μια κουβέντα που, από ό,τι φαίνεται, θα έπρεπε να την είχε κάνει πολλές δεκαετίες πριν.

Στο μυθοπλαστικό μέρος τώρα, στη «Διπλή έκθεση», μια θεραπευόμενη ακούει τυχαία τη μαγνητοφώνηση των σημειώσεων του ψυχαναλυτή της, μαθαίνοντας έτσι την πραγματική του άποψη για εκείνη. Από το σημείο αυτό και ύστερα οι συνεδρίες παίρνουν μια εντελώς διαφορετική τροπή.

Τέλος, στο κάπως σουρεαλιστικό «Η κατάρα της ουγγαρέζικης γάτας», ο Έρνεστ Λας διεξάγει μια συνεδρία με έναν γιγάντιο γάτο, προσπαθώντας να τον πείσει να ζήσει το παρόν αντί να αναλώνεται στο να προσπαθεί να καθυστερήσει το αναπόφευκτο τέλος.


 Λίγο η διάκριση μεταξύ αληθινών και φανταστικών ιστοριών, λίγο τα ορισμένα στοιχεία (αναμενόμενης μυθιστορηματικής) υπερβολής των δύο διηγημάτων, εν τέλει τα τέσσερα αυτοβιογραφικά κείμενα μου άρεσαν περισσότερο, χωρίς βέβαια να μειώνεται η αξία και των υπολοίπων.

Ο κοινός παράγοντας και των έξι ιστοριών είναι η οπτική γωνία : όλες είναι ιδωμένες από τη σκοπιά του ψυχοθεραπευτή. Ο Γιάλομ με αυτόν τον τρόπο μας μεταφέρει σκέψεις και συναισθήματα που προφανώς έχει και ο ίδιος βιώσει κατά διάρκεια συνεδριών ή και ανάμεσα σε αυτές : αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα της θεραπείας· αισθήματα συμπάθειας, αντιπάθειας ή και σεξουαλικής έλξης για μια θεραπευόμενη· αναποφασιστικότητα για την επιλογή των κατάλληλων λέξεων που θα συγκεράσουν την ειλικρίνεια με το καλό του ασθενούς.

Αυτό που μου έκανε μεγάλη εντύπωση είναι η πλήρης απουσία διδακτισμού και επίδειξης. Ο Γιάλομ δεν βγάζει την εικόνα ενός παντογνώστη-υπερεπιστημονα, αλλά αντιθέτως δίνει την εικόνα ενός γιατρού που δεν παύει να ψάχνει συνεχώς την βέλτιστη πορεία της θεραπείας· δεν εμμένει μυωπικά στο πρωτόκολλο και τα στερεότυπα, δεν επαναπαύεται σε αυτά που έχει διαβάσει (και έχει γράψει) ούτε στην πεπατημένη που υποδεικνύουν οι επιστημονικές θεωρίες· δουλεύει εντατικά κι αυτός μαζί με τον ασθενή του –από τον οποίον αφήνεται να διδαχθεί κι ο ίδιος– και η θεραπεία τελικά αναδεικνύεται σε μια δημιουργική διαδικασία, μια διαρκή αλληλεπίδραση μέσα από την οποία και τα δύο μέρη εξελίσσονται, καθένας προσπαθεί να βοηθήσει τον άλλον βελτιώνοντας ταυτόχρονα και τον εαυτό του.


Στην ιστοσελίδα του, ο συγγραφέας εξηγεί αναλυτικά το τι τον οδήγησε να γράψει τα αφηγήματα και τι θέλει να μελετήσει ή να αναδείξει με καθένα από αυτά.


Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

«Στο τρένο» - Δώρα Κασκάλη

Πόσοι από εμάς, κατά τη διάρκεια ενός πολύωρου ταξιδιού, καταφέρνουμε να τιθασεύσουμε τον νου μας, να τον καλουπώσουμε και να τον αποτρέψουμε από το να χοροπηδήσει εδώ κι εκεί, σε διάφορα σημεία-σταθμούς της ζωής μας; Πόσοι από εμάς δεν ξεκινάμε –με αφορμή έναν παράξενο συνεπιβάτη, ένα τηλέφωνο που κουδουνίζει αστεία ή ένα παιδάκι που γκρινιάζει στη μαμά του– μια δαιδαλώδη ακολουθία σκέψεων, έχοντας τελικά καταλήξει να διατρέξουμε ένα μεγάλο μέρος των πεπραγμένων μας;  

εκδ. Γαβριηλίδης (2010) - σελ. 168


Στην πολύ καλή αυτή συλλογή των οκτώ –αρκετά μελαγχολικών– διηγημάτων, παρεισφρέουμε στα ενδότερα του μυαλού πέντε μελών μιας οικογένειας, ενός άπιστου συζύγου, ενός ευαίσθητου τριαντάχρονου φαντάρου, μιας φοιτήτριας, μιας πρώην ιερόδουλης, ενός βασανισμένου νέου που ακούει την ιστορία της ζωής ενός ηλικιωμένου, ενός χήρου, ενώ τέλος, το τρένο (του οποίου η ώρα της απόσυρσης πλησιάζει) κάνει τον απολογισμό του.

«Κι αν δεν γνώρισα ανθρώπους! Ο καθένας μια ιστορία, ο καθένας με τα σουσούμια του και τον καημό του. Πόσες ζωές δεν αφουγκράστηκα μέσα στον ανασασμό που νότισε τα σπλάχνα μου. Το δέρμα τους που με ψαχούλεψε, μου είπε τα μυστικά τους. […] Κι ας θρονιάζονταν οι άνθρωποι σιωπηλοί, εγώ είχα τον τρόπο να τρυπώνω στις κλειστές καρδιές τους και να βιάζω τα σκουριασμένα μάνταλα».

Μου άρεσε πολύ ο τρόπος με τον οποίο η Κασκάλη ξεδιπλώνει το κουβάρι των σκέψεων των ηρώων· λιτά κι ελλειπτικά, ακολουθεί ρεαλιστικά τους διαδρόμους του μυαλού, σπέρνει με φειδώ πληροφορίες (μονάχα τις απαραίτητες και τίποτα περισσότερο), δεν εκβιάζει το συναίσθημα αλλά είναι οι ίδιοι οι ήρωες που σου κερδίζουν το συναίσθημα· ήρωες καθημερινοί, άνθρωποι της διπλανής πόρτας, που βαρύνονται από προβλήματα καθημερινά και που μέσω μιας ειλικρινούς συζήτησης με τον εαυτό τους προσπαθούν να τα διαχειριστούν καλύτερα.

Μοναδική μου ένσταση είναι ότι δεν αποτυπώθηκε τόσο αποτελεσματικά η αίσθηση του τρένου μέσα στις σελίδες του βιβλίου. Δεν άκουσα τον ήχο που κάνει κυλώντας στις ράγες, δεν άκουσα τα σφυρίγματά του και τον όχλο που μπαινοβγαίνει, δεν αισθάνθηκα την ταχύτητα στις πεδιάδες και το ζόρισμα στα βουνά· κάλλιστα οι ιστορίες αυτές θα μπορούσαν να εκτυλίσσονται σε ένα ταξίδι με το ΚΤΕΛ ή το πλοίο.



Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

«Φήμη» - Daniel Kehlmann

Μυθιστόρημα σε εννέα ιστορίες” υπόσχεται το εξώφυλλο, αλλά περισσότερο “εννιά ελαφρώς αλληλοσχετιζόμενες ιστορίες” θα ήταν ο δικός μου χαρακτηρισμός.

εκδ. Καστανιώτη (2009) - σελ. 162
μτφ. Κώστας Κοσμάς


Ένας άνδρας που μοιράζεται τον αριθμό του καινούριου του κινητού με κάποιον Ραλφ, ένας συγγραφέας προσκεκλημένος σε μια εκδήλωση στη λατινική Αμερική, μια ηλικιωμένη που ούσα βαριά άρρωστη θα επιλέξει την ευθανασία, ένας γνωστός ηθοποιός που αποτυγχάνει ως σωσίας του εαυτού του, μία συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων που εγκλωβίζεται αβοήθητη σε μια άγνωστη ασιατική χώρα, ένας βραζιλιάνος μπεστ-σελερίστας με αυτοκτονικές τάσεις, ένας βαριεστημένος υπάλληλος που το μόνο νόημα της ζωής του είναι να γράφει σε φόρουμ και μπλογκ, ένας παντρεμένος τμηματάρχης που ζει μια παράλληλη ζωή με την ερωμένη του και ένας συγγραφέας σε μια αποστολή σε εμπόλεμη ζώνη, είναι τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν στα εννιά διηγήματα της συλλογής του Κέλμαν.
Το πρώτο διήγημα με ενθουσίασε, αλλά η συνέχεια δεν ήταν αντίστοιχη. Από τα υπόλοιπα, δυο-τρία τα βρήκα αρκετά ενδιαφέροντα, μερικά αδιάφορα, ενώ ένα δεν άντεξα καν να το ολοκληρώσω.

Ο υπότιτλος στο εξώφυλλο προϊδεάζει για ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα, μια σκυταλοδρομία γεγονότων και αφηγήσεων, που η καθεμιά επηρεάζεται και εξαρτάται άμεσα από την προηγούμενή της, αλλά τελικά δεν είναι ακριβώς έτσι. Τα διηγήματα στέκουν ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, με μερικά κοινά πρόσωπα να εμφανίζονται διάσπαρτα εδώ κι εκεί. Το καθένα δεν επηρεάζει τις υπόλοιπες ιστορίες, αλλά απλώς προσθέτει μερικές πινελιές που εξηγούν καλύτερα μερικά πράγματα που έχουμε προηγουμένως διαβάσει. Μέσα σε κάθε διήγημα ξεπετάγεται και ένα γνώριμο όνομα που, κλείνοντάς σου το μάτι, κάνει μια χαλαρή συσχέτιση με κάποια εκ των υπολοίπων.
Να πω την αλήθεια, βέβαια, αυτό το μοτίβο το προτιμώ σαφώς από ένα γραμμικό, μονότονο, προβλέψιμο “ο κομπάρσος του ενός διηγήματος είναι πρωταγωνιστής στο επόμενο”, αλλά το θέμα είναι πως μοιραία στο τέλος υπάρχει μια απογοήτευση, καθώς η μεγάλη σύνδεση που περιμένεις να εξηγήσει και με κάποιον μαγικό τρόπο να δέσει όλα τα προηγούμενα (βλ. τις προσδοκίες από τον υπότιτλο), δεν έρχεται ποτέ.

Σε γενικές γραμμές, δεν θα έλεγα ότι με ενθουσίασε η συγκεκριμένη συλλογή αλλά ούτε και μετάνιωσα που τη διάβασα. Διέκρινα μια πρωτοτυπία στη γραφή, μια φρέσκια ματιά και έναν ενδιαφέροντα αφηγηματικό τρόπο, ενώ και η συνεχής παλινδρόμηση των ηρώων ανάμεσα στην πραγματικότητα και σε άλλα παράλληλα σύμπαντα δίνει μια διαφορετική νότα. Τέλος, το βιβλιοφιλικό στοιχείο είναι έντονα παρόν, με τα περισσότερα διηγήματα να αναφέρονται –με τον έναν ή τον άλλον τρόπο– σε συγγραφείς.


Μπορεί κανείς να διαβάσει το πρώτο διήγημα, στην ιστοσελίδα των εκδόσεων.



Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2013

Συλλογή διηγημάτων «Υπόγειες ιστορίες»

Είκοσι επτά διηγήματα, ένα για κάθε σταθμό του μετρό, από δεκαέξι συγγραφείς.


εκδ. Athens Voice (2008) - σελ. 202


Δεν μου άφησε πολύ καλή επίγευση η συλλογή ετούτη. Ξεκίνησα να τη διαβάζω κάπου στα μέσα του καλοκαιριού, σαν σφήνα ανάμεσα σε μεγαλύτερης έκτασης αναγνώσματα (συνήθης ρόλος των διηγημάτων), και μου πήρε πολύ περισσότερο από έναν μήνα να την ολοκληρώσω.

Μερικά διηγήματα έπεσαν στην παγίδα του χιλιοειπωμένου “αγόρι συναντά το πιο όμορφο κορίτσι που έχει δει” –θέμα με το οποίο έχει πραγματικά μπουχτίσει η μυθοπλασία. Έπειτα, μερικά άλλα, σε μια προσπάθεια να ξεφύγουν από το τετριμμένο, σκόνταψαν σε μια αχρείαστη επίδειξη λεξιλογίου και μια συγκεχυμένη παρουσία-απουσία πλοκής, κάτι που δεν με ελκύει.

Από τη συλλογή ξεχώρισα τα εξής : «Ο μπορντό χαρτοφύλακας» και «Πέτρος Πουλημένος: Επάγγελμα δημοσιογράφος» του Δ. Μαμαλούκα, «Φωνητικά» της Σώτης Τριανταφύλλου, «Express service» του Στ. Κούλογλου, «Αιώνια αγάπη» του Κ. Τζαμιώτη, «Ιερά Οδός» της Ελισάβετ Παπαδοπούλου και «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» του Αλ. Σταμάτη. Από τα υπόλοιπα, κάποια μου άφησαν μια ανάμεικτη αίσθηση, ενώ κάποια άλλα με άφησαν αδιάφορο.

Βρίσκω ατυχή την επιλογή της πολύ μικρής έκτασης των διηγημάτων (4-5 σελίδες) και πιθανώς κάποιοι από τους συγγραφείς θα μπορούσαν να είχαν συμβάλει με κάτι καλύτερο, αν είχαν περισσότερο χώρο να ξεδιπλωθούν.

Τέλος, διαβάζοντας τη συλλογή στην Ελλάδα του 2013, εντύπωση προκαλεί μία φράση από το διήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου· φράση η οποία περιγράφει την άσχημη κατάσταση του κεντρικού ήρωα :
Πώς τα περνάω: σκατά τα περνάω. […] Είμαι σαράντα τριών χρονών· μένω με την αδερφή μου· δουλεύω πέντε μέρες (νύχτες) την εβδομάδα για τριακόσια ευρώ την εβδομάδα, παραμένω ανασφάλιστος […]
(ομολογώ πως διάβασα τρεις φορές το σημείο των “τριακοσίων ευρώ” μέχρι να σιγουρευτώ ότι γράφει “την εβδομάδα”…)



Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

«Το ημερολόγιο ενός τρελού», Νικολάι Γκόγκολ

Ένα από τα θετικά του παζαριού των εκδοτών είναι ότι μπορεί κανείς να εξοπλίσει τη βιβλιοθήκη του με (Έλληνες και ξένους) κλασικούς χωρίς να καταξοδευτεί. Σε μια επίσκεψή μου σε ένα προηγούμενο παζάρι, λοιπόν, δεν έχασα την ευκαιρία να προσθέσω το γνωστό διήγημα του Γκόγκολ (1809-1852) στη συλλογή μου.

εκδ. Κοροντζή (2007) - σελ. 59
μτφρ. Ι. Ζαφειρόπουλος

Ήρωας του διηγήματος αυτού είναι ο Αυξέντιος, ένας δημόσιος υπάλληλος στη Ρωσία του 19ου αιώνα. Ο Αυξέντιος -που τα έχει και λίγο χαμένα- ερωτεύεται την κόρη του διευθυντή του. Έκτοτε, προσπαθεί να μάθει ότιδήποτε μπορεί γι’αυτήν έτσι ώστε να κάνει ό,τι χρειάζεται για της αρέσει και τότε είναι που η τρέλα θα του χτυπήσει για τα καλά την πόρτα.

Μέσα από τις χιουμοριστικές (για εμάς -σοβαρότατες, όμως, για αυτόν) καταγραφές του ημερολογίου του ήρωα, ξεπροβάλλουν κάμποσοι προβληματισμοί, όπως λ.χ. οι ταξικές ανισότητες, η δύναμη του πλούτου, η αξία της επαγγελματικής καταξίωσης και της κοινωνικής ανέλιξης. Προβληματισμοί που ενάμιση αιώνα μετά, μόνο ξεπερασμένοι και μακρινοί δεν φαντάζουν.

Κατά τη γνώμη μου, η φόρμα του διηγήματος (γενικότερα του γραπτού λόγου) δεν ταιριάζει απολύτως στο συγκεκριμένο έργο. Ο παραληρηματικός ημερολογιακός μονόλογος του Αυξεντίου δύσκολα μπορεί να αποδοθεί με αξιώσεις στον γραπτό λόγο και ως εκ τούτου διαβάζοντάς τον είναι δύσκολο να εισπράξει κανείς εξολοκλήρου την αγωνία και τον παραλογισμό του. Υποθέτω πως η θεατρική απόδοση του έργου μπορεί να το απογειώσει και να μεταδώσει τον επιθυμητό συνδυασμό γέλιου και προβληματισμού. 

Τέλος, παραθέτω μια θεατρική απόδοση του 1981 από τον αείμνηστο Κώστα Καρρά.



Τρίτη 12 Μαρτίου 2013

Edgar Allan Poe : διηγήματα

Μέχρι να πιάσω στα χέρια μου αυτό το μικρό βιβλιαράκι (που δανείστηκα από έναν βιβλιόφιλο φίλο), είχα διαβάσει μονάχα ένα έργο του Poe (1809-1849) - το ‘Κλεμμένο γράμμα’, το οποίο είχα παλιότερα συναντήσει σε μια συλλογή διηγημάτων διάφορων συγγραφέων. Το συγκεκριμένο είναι αντιπροσωπευτικό της αστυνομικής λογοτεχνίας, όπως την γνωρίσαμε από τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα και της οποίας πρωτεργάτης υπήρξε ο αμερικανός συγγραφέας. Ήρωας είναι ο ευφυέστατος Ντυπέν, ο οποίος ακολουθώντας μερικές έξυπνες λογικές διαδικασίες, καταφέρνει να λύσει μια μυστηριώδη υπόθεση που του έχει ανατεθεί (ναι, όπως και ο Χολμς !)

εκδ. Αιγόκερως(1999) - σελ. 121
μτφρ. Κοσμάς Πολίτης

Τα σύντομα διηγήματα που περιλαμβάνονται στην συλλογή αυτή, η οποία τιτλοφορείται «Ο Μαύρος Γάτος», δεν ακολουθούν την φόρμα που συναντάμε στο ‘Κλεμμένο γράμμα’. Πρόκειται για πέντε ετερόκλητα αφηγήματα, χωρίς κοινό σημείο αναφοράς, τα οποία χαρακτηρίζονται από μια μίξη φανταστικού, μυστηρίου, αστυνομικού και παραμυθιού, με το κάθε συστατικό να είναι δοσμένο σε διαφορετικές αναλογίες κάθε φορά.
Όλα είναι γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο και με μια αφήγηση τόσο ζωντανή που δίνει την αίσθηση πως ο αφηγητής κάθεται δίπλα σου και σου λέει την ιστορία.

Μου άρεσε το διήγημα που έδωσε τον τίτλο και στη συλλογή (μια ιστορία μυστηρίου και φαντασίας), το ‘Εσύ είσαι ο δολοφόνος’ (μια καθαρή αστυνομική ιστορία), μα περισσότερο από όλα μου άρεσε ο ‘Σαλταπήδας’, ένα διδακτικό παραμύθι, με πρωταγωνιστή τον ομώνυμο νάνο γελωτοποιό.

Πολύ όμορφες είναι και οι ξυλογραφίες και γκραβούρες που παρατίθενται στην αρχή κάθε διηγήματος, από το οποίο και είναι εμπνευσμένες.


Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

«Χιονισμένα μονοπάτια» - Μαρία Τουλ

Χαίρομαι που στο τρέχον παζάρι βιβλίου, ανάμεσα σε μπόλικο Κάφκα, Στάινμπεκ, Καβάφη, και Ρώσους κλασικούς, ανακάλυψα και αυτήν τη συλλογή διηγημάτων.


εκδ. Μιχάλη Σιδέρη (2007)
σελ. 143


Οκτώ ιστορίες ψυχικά βασανισμένων ανθρώπων, που, υπό το βάρος της ψυχικής τους αδυναμίας, αγωνίζονται να σταθούν στα πόδια τους, άλλοτε με τα επιθυμητά αποτελέσματα και άλλοτε όχι.

Τα οκτώ αυτά σύντομα διηγήματα κινούνται γύρω από τον άξονα της ψυχικής υγείας (ή καλύτερα η έλλειψη αυτής) και τον αντίκτυπο που αυτή έχει στη ζωή των πρωταγωνιστών αλλά και των κοντινών τους ανθρώπων.

Ήρωες ψυχικώς ασταθείς - ενίοτε για ανεξήγητους, για τους υπόλοιπους αλλά και για εμάς, λόγους - βασανίζονται να επιβιώσουν και να ζήσουν φυσιολογικά, συχνά αντιλαμβανόμενοι το παράλογο της κατάστασής τους και την αρνητική επίδραση που αυτή έχει πάνω τους αλλά και πάνω στους οικείους τους.

Οι χαρακτήρες είναι συνηθισμένοι, καθημερινοί άνθρωποι : ο μοναχικός ηλικιωμένος με έναν μοναχογιό που ζει στην Αμερική, ο νέος που είναι κρυφά ερωτευμένος με την νύφη του, η νεαρή που φλερτάρει έντονα με τη σχιζοφρένεια, ο έφηβος που θαμπώνεται από μια καινούρια ζωή, ο απατημένος μεσήλικας ζωγράφος.


Η Μαρία Τουλ, με μια απλή και βαθιά ανθρώπινη γραφή, που αναδύει μια αίσθηση ηρεμίας, χωρίς φανταχτερό λεξιλόγιο και περιττές παρομοιώσεις, μας κάνει θεατές σε μια παράσταση όπου πρωταγωνιστικό ρόλο έχει η ψυχική αστάθεια και ο αγώνας για επιβίωση μέσα σε μια δύσκολη κατάσταση που αναπόφευκτα δημιουργείται.