Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλιοφιλικά βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλιοφιλικά βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2020

«Μπαρ Φλωμπέρ» - Αλέξης Σταμάτης

Υπάρχουν βιβλία τα οποία, όταν τα κλείνεις, αισθάνεσαι όμορφα για την διαδρομή που σου χάρισαν, αλλά συνάμα αισθάνεσαι και μια μελαγχολία για τον αποχωρισμό.
Ένα τέτοιο βιβλίο είναι το «Μπαρ Φλωμπέρ».

Τέλη της δεκαετίας του 1990. Ο σαραντάχρονος δημοσιογράφος Γιάννης Λουκάς, καθώς επιμελείται το υλικό για την βιογραφία του πατέρα του, βρίσκει ένα παλιό χειρόγραφο ενός άγνωστου συγγραφέα, ονόματι Λουκά Ματθαίου. Ο Γιάννης το παίρνει, το ξεφυλλίζει, και καταλήγει να το διαβάσει απνευστί. Ο άγνωστος συγγραφέας κάτι άγγιξε μέσα του· μάλιστα, σε τέτοιον βαθμό που χωρίς καλά-καλά να το καταλάβει, θα ξεκινήσει ένα οδοιπορικό για να ανακαλύψει την ζωή του Λουκά Ματθαίου – και γιατί όχι; ίσως και τον ίδιον.

Μου πήρε περίπου δύο εβδομάδες να το ολοκληρώσω. Όχι γιατί δεν είχε ενδιαφέρον. Απεναντίας. Χωρίς μεν να έχει την πλοκή που σε κάνει να γυρνάς ανυπόμονα τις σελίδες, εντούτοις είναι η ιστορία που θέλεις να σου κρατήσει συντροφιά όσο περισσότερο καιρό γίνεται, αποτελώντας ένα σταθερό σημείο αναφοράς μέσα στην καθημερινότητά σου.

Το μυθιστόρημα ξεκινάει χλιαρά. Αλλά και όταν ξεπεράσει αυτήν την αρχική χλιαρότητα, δεν θα καταφύγει σε υπερβολές· θα παραμείνει ένα προσγειωμένο κείμενο. Δεν έχει εξάρσεις, ούτε κινηματογραφική γραφή. Διακρίνεται από μια ηρεμία και μία σταθερότητα, και κυρίως από μια εσωτερικότητα, η οποία όσο περνούν οι σελίδες γίνεται όλο και περισσότερο εμφανής.

Εκτός από τα στοιχεία (μιας στοιχειώδους) αστυνομικής περιπέτειας που συναντάμε, υπάρχουν επίσης αναφορές σε βιβλία και συγγραφείς, αναφορές στο επάγγελμα του Σταμάτη (αρχιτεκτονική), καθώς και ένα ελαφρύ πασπάλισμα ρομάντζου. Πέρα από αυτά, θα σταθώ σε δύο άλλα χαρακτηριστικά του : την αθωότητα της εποχής όπου γράφτηκε και το εμφανέστατο μεράκι με το οποίο γράφτηκε!
Επίσης, δεν πρέπει να παραλείψω να αναφερθώ και στους πανέξυπνους γρίφους και τα παιχνίδια με τις λέξεις, που είναι εξαιρετικά αληθοφανή και δένουν εξαιρετικά με την πλοκή.

Μου άρεσε το τέλος. Δεν ήταν βεβιασμένο, δεν ήταν ευφάνταστο, δεν ήταν μπλοκ-μπαστερικό. Ήταν ένα τέλος που ήρθε ως φυσιολογική συνέχεια όλων των προηγουμένων. Ήταν ένα τέλος που με έκανε να θέλω να μην φτάσω στο τέλος.


 

Τελικά τι είναι η ζωή; Είναι ένας δρόμος, στο τέλος του οποίου κατακτούμε κάτι ή φτάνουμε κάπου; Μετράει η διαδρομή; Μετράει ο τελικός προορισμός; Κι αν ναι, ποιος είναι αυτός ο προορισμός; Είναι ο ίδιος για όλους μας;

Αυτά τα ερωτήματα πραγματεύεται, κατά τη γνώμη μου, το «Μπαρ Φλωμπέρ», και μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι η πρώτη μου συνάντηση με την γραφή του Αλέξη Σταμάτη ήταν άκρως ευχάριστη – παραπάνω κι από τις προσδοκίες μου.





Ολοκληρώνοντας το βιβλίο, θαρρείς και το ίδιο ένιωσε την μελαγχολία μου, βάλθηκε να με αποχαιρετήσει με ένα ακόμα παιχνίδισμα : φτάνοντας στο οπισθόφυλλο, το μάτι μου έπεσε στην ημερομηνία αγοράς του βιβλίου, πέντε χρόνια πριν, στις 4 Ιουλίου· η ημερομηνία γενεθλίων του κεντρικού ήρωα καθώς και ημερομηνία του τέλους του οδοιπορικού του!


«Μπαρ φλωμπέρ»
Αλέξης Σταμάτης
εκδ. Κέδρος, 2000
σελ. 390

Πέμπτη 26 Μαΐου 2016

«Το βασίλειό μου για ένα βιβλίο» - Alan Bennett

Άκρως βιβλιοφιλική νουβέλα, έχει ως θέμα της την αγάπη για τα βιβλία και για την ανάγνωση και θέλει να δείξει το πώς το διάβασμα μπορεί να γεμίσει δημιουργικά τις ώρες και να αλλάξει τη ζωή κάποιου – ακόμα και της ίδιας της βασίλισσας!


 
εκδ. Μεταίχμιο - σελ. 187
μτφ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου


Η βασίλισσα της Αγγλίας, από μια σύμπτωση, ξεκινάει ένα καινούριο χόμπι : το διάβασμα. Από εκείνη την ημέρα πού την χάνεις - πού την βρίσκεις, με ένα βιβλιο στο χέρι είναι. Το διάβασμα έχει πλέον τόσο μεγάλη αξία για εκείνην, που μετά βίας εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του αξιώματός της.  Όμως δεν αρκείται μόνο στο να απολαμβάνει την ανάγνωση, αλλά δεν χάνει ευκαιρία να προτρέπει και όλους όσους συναντά, να εντάξουν το διάβασμα στην καθημερινότητά τους.

Εμφανέστατη η (λίγο υπερβολικά δοσμένη) πρόθεση του βρετανού συγγραφέα να υμνήσει τις αρετές της ανάγνωσης και να αναδείξει την αξία των βιβλίων, αλλά τελικά μονάχα αυτή του η πρόθεση είναι που μου έμεινε. Το όποιο χιούμορ προσπάθησε να βγάλει, αλλά και ένας ελαφρύς σουρεαλισμός, δεν μπορώ να πω ότι ήταν του γούστου μου και εν τέλει ετούτη η νουβέλα καταγράφεται στον νου μου ως ένα αδιάφορο και άχρωμο ανάγνωσμα.
Κρατώ μονάχα μερικά -βιβλιοφιλικής χροιάς- αποσπάσματα, με τα οποία νομίζω πως οι περισσότεροι βιβλιόφιλοι λίγο-πολύ θα ταυτιστούν.

[…] κατέληξε σύντομα στο συμπέρασμα ότι τους συγγραφείς ήταν καλύτερα να τους συναντάς στις σελίδες τω μυθιστορημάτων τους, ότι ήταν κι αυτοί πλάσματα της φαντασίας του αναγνώστη όπως ακριβώς και οι ήρωες των βιβλίων τους.


Κάθε βιβλίο είναι μηχανισμός ανάφλεξης της φαντασίας.


«[…] μα η ενημέρωση δεν είναι διάβασμα. Για την ακρίβεια, είναι το ακριβώς αντίθετο. Η ενημέρωση είναι λακωνική, τεκμηριωμένη και συγκεκριμένη. Το διάβασμα είναι ανοργάνωτο, αμεθόδευτο και μονίμως δελεαστικό. Η ενημέρωση κλείνει ένα θέμα, το διάβασμα το διευρύνει συνεχώς».



Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

«Μαύρη Φιλολογία» - Pablo de Santis




εκδ. opera (2003) - σελ. 165
μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος


Τρεις καθηγητές ερίζουν για την αποκλειστικότητα της μελέτης και εξειδίκευσης πάνω στο έργο του Όμηρου Μπρόκα, ενός χαμένου συγγραφέα, του οποίου κανένα έργο δεν σώζεται και του οποίου τα γνωστά βιογραφικά στοιχεία είναι κάπως ομιχλώδη.

Ρόλο αφηγητή έχει ο Εστεμπάν Μιρό, ο τριαντάχρονος γραμματέας του Ινστιτούτου Λογοτεχνίας, που εργάζεται τα απογεύματα στη (συνήθως άδεια) βιβλιοθήκη. Χωρίς να το θέλει, βρίσκεται ανάμεσα στις κόντρες των καθηγητών, κάθε φορά πιστεύει και μια διαφορετική εκδοχή από αυτές που του λένε, ενώ δεν αργεί να γίνει συνεργάτης ενός ιδιόρρυθμου καθηγητή-ντεντέκτιβ στις έρευνές του για το πρώτο πτώμα (και για τα υπόλοιπα που θα ακολουθήσουν).

Το αξιοθαύμαστα πυκνογραμμένο μυθιστόρημα του αργεντίνου συγγραφέα μου άφησε πολύ καλή επίγευση. Χωρίς φιοριτούρες, κλισεδιάρικους χαρακτήρες και περιττές αχανείς περιγραφές, μέσα σε 165 σελίδες ο de Santis κατάφερε και χώρεσε επιτυχημένα το αστυνομικό μυστήριο, την κριτική λογοτεχνίας, τα ακαδημαϊκά συμφέροντα, τις παιδικές φιλίες που ξεθωριάζουν, τα ιδρύματα ψυχικών νοσημάτων· όλα αυτά ντυμένα με τον χιτώνα της βιβλιοφιλίας και σχοινοβατώντας διαρκώς ανάμεσα στο ρεαλιστικό και στο φανταστικό.


Και δυο κουβέντες για την υλική υπόσταση του βιβλίου. Μέχρι τώρα δεν είχα ξαναδιαβάσει κάτι από τις εκδόσεις opera και μπορώ να πω πως εντυπωσιάστηκα, καθώς αυτό είναι από τα πιο καλαίσθητα βιβλία που έχει πέσει στα χέρια μου. Εξαιρετική η (ασυνήθιστη) ανάγλυφη υφή του εξώφυλλου και του οπισθόφυλλου, πολύ καλή η επιλογή της γραμματοσειράς (ούτε τεράστια, ούτε μικροσκοπική· ούτε καλλιγραφική, ούτε σαν από γραφομηχανή), ενώ και τα περιθώρια εκατέρωθεν του κειμένου έχουν τις σωστές διαστάσεις.
Όπως και να το κάνουμε, εκτός από το περιεχόμενο, παίζει και το περιτύλιγμα τον ρόλο του...


Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

«Η μυστική διαθήκη της Πηνελόπης Γκαβογιάννη» - Γιάννης Μαρούδας

Το βιβλιοφιλικό-νουάρ μυθιστόρημα αυτό είναι το πρωτόλειο του σεναριογράφου και καθηγητή κινηματογράφου Γιάννη Μαρούδα (γεν. 1968).

εκδ. Ωκεανίδα (2007) - σελ. 413

Την περίοδο που το ποιητικό περιοδικό «Κιβωτός», έπειτα από είκοσι οκτώ χρόνια συνεχούς κυκλοφορίας, βρίσκεται στο χείλος της οικονομικής καταστροφής και ετοιμάζεται το τελευταίο τεύχος του, βρίσκει αναπάντεχη σανίδα σωτηρίας στην διαθήκη μιας πλούσιας φιλότεχνης, της Πηνελόπης Γκαβογιάννη. Και ενώ φαίνεται μια σανίδα σωτηρίας για το περιοδικό, τα μέλη της συντακτικής ομάδας –ο Μηνάς, ο Χάρης, ο Αντώνης και η Μάρω– μπλέκουν σε  διάφορες περιπέτειες που επισκιάζουν το απροσδόκητο νέο της διαθήκης.

Παρότι ο συνδυασμός της βιβλιοφιλίας με το σασπένς του νουάρ υπόσχεται ένα ενδιαφέρον αποτέλεσμα, εντούτοις ελάχιστα με συγκίνησε το πρωτόλειο έργο του Μαρούδα. Σε γενικές γραμμές σχημάτισα την εντύπωση πως ο συγγραφέας θέλησε να γράψει ένα μυθιστόρημα με κύριο άξονα την ποίηση και είχε την ιδέα να το καλύψει με τον μανδύα του νουάρ, σε μια προσπάθεια να το κάνει πιο ελκυστικό. Μια τακτική με την οποία δεν θα διαφωνούσα καθόλου, αν το αποτέλεσμα δεν έδινε την αίσθηση ενός αμήχανου μίξερ μερικών συστατικών best-seller.
Πιο συγκεκριμένα, είδα μερικούς κλισέ χαρακτήρες (π.χ. κλεισμένοι στον εαυτό τους, άφραγκοι και αντικοινωνικοί ποιητές, αδίστακτοι μεγαλο-εργολάβοι), ένα ελαφρύ πασπάλισμα τρομοκρατίας, μπόλικες αναφορές σε επιχειρηματικο-εκδοτικο-κυβερνητικά συμφέροντα, μια απαραίτητη δόση ερωτικού τριγώνου, εκβιασμών και αστυνομικών ερευνών, και ανάμεσα σε όλα αυτά μερικές αναφορές σε ποιήματα του Κάλβου, που δεν στάθηκαν ικανές να προσδώσουν κάτι το διαφορετικό.
Δεν θεωρώ πως όλα αυτά τα συστατικά έδεσαν επιτυχώς (η παρουσία των οποίων, φυσικά, από μόνη της δεν μπορεί να κάνει το αριστούργημα, αλλά ο δημιουργός είναι που θα τους δώσει την κατάλληλη υπόσταση και θα τα συνδέσει μεταξύ τους) και αναπόφευκτα το τελικό αποτέλεσμα δεν με ενθουσίασε.

Φυσικά η λογοτεχνία δεν είναι ούτε αγώνας δρόμου ούτε πεδίο ανταγωνισμού και συγκρίσεων μεταξύ συγγραφέων, αλλά δεν μπορώ να μην αναφέρω τη διαρκή αντιπαραβολή που συνέβαινε στον νου μου, κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, μεταξύ αυτού του βιβλίου και του «Μυστικού της τελευταίας σελίδας» του Νίκου Χρυσού. Με βασικό κοινό άξονα την ποίηση, επιχειρούν αμφότερα το χτίσιμο μιας ιστορίας γύρω από ποιητές και στίχους, αλλά -κατά τη γνώμη μου, πάντα- το δεύτερο υπερτερεί σαφώς, καθώς εμφανίζει μια ωριμότητα, μια πυκνότητα και μια αρτιότητα στη δομή της πλοκής που είναι πραγματικά αξιοζήλευτη.


Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

«Το μυστικό της τελευταίας σελίδας» - Νίκος Χρυσός

Είχα καιρό να διαβάσω ένα βιβλιο-βιβλίο και ομολογώ πως το συγκεκριμένο με συνεπήρε.

εκδ. Καστανιώτη (2009)
σελ. 462

Το πρωτόλειο του Νίκου Χρυσού (γεν. 1972) είναι ένα άκρως βιβλιοφιλικό μυθιστόρημα.
Η ζωή του Χρήστου, αρθρογράφου και κριτικού λογοτεχνίας στα mid-30's, είναι περικυκλωμένη από λέξεις. Μυθιστορήματα, διηγήματα, ιστορίες και πολλά ποιήματα. Βιβλία που διαβάζει, βιβλία που αγόρασε και ποτέ δεν διάβασε, βιβλία που κρίνει, αλλά και ποιήματα που ενίοτε γράφει. Όταν σε μία συνέντευξη θα ακούσει για το (άγνωστο σε αυτόν) ποιητικό κίνημα Lost Lo, εκπλήσσεται που αρκετοί φαίνεται να το γνωρίζουν, ενώ λογικά εκείνος πρώτος από όλους - λόγω του επαγγέλματός του - θα έπρεπε να ξέρει περισσότερα. Ξεκινά, λοιπόν, μια αναζήτηση για το παρελθόν και τους συντελεστές του Lost Lo. Μελετά βιβλιογραφία, παλιά άρθρα και ψάχνει μανιωδώς σε παλαιοβιβλιοπωλεία για μια ένδειξη ως προς τη γέννησή του. Παράλληλα, μερικοί στίχοι, τυπωμένοι στην τελευταία σελίδα μερικών βιβλίων, του κινούν τη περιέργεια και του δίνουν ένα μονοπάτι για  να ξεκινήσει.

Η αναζήτηση του παρελθόντος του ποιητικού κινήματος είναι μοναχά η πρόφαση που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να μιλήσει για τα βιβλία και για την (φανερή) αγάπη του για την ποίηση. Από τις 462 σελίδες του βιβλίου, παρελαύνουν δεκάδες τίτλοι των τελευταίων τριών αιώνων, ονόματα συγγραφέων και εκδοτών, στίχοι Ελλήνων και ξένων ποιητών, αλλά και πολλές σκέψεις και συνήθειες, στις οποίες ο βιβλιόφιλος αναγνώστης είναι βέβαιο πως βλέπει τον εαυτό του.

[...] κάθε βιβλίο που διαβάζουμε δεν είναι μονάχα η ιστορία του συγγραφέα. Το σχέδιο στο εξώφυλλο, η τέχνη του μεταφραστή και το μεράκι του επιμελητή φτιάχνουν το δικό μας, το προσωπικό μας αντίτυπο. Κι έπειτα το χρώμα του χαρτιού κι η γραμματοσειρά, το τύπωμα αν είναι offset ή από πιεστήριο, η σελίδα 4 με τη φωτογραφία του συγγραφέα που ξεκόλλησε μια μέρα απ'το σώμα του βιβλίου και δυο χρόνια τώρα δεν λες να την ξανακολλήσεις. Ένα βιβλίο είναι κι ο τόπος που το διάβασες κι οι άλλοι, γνωστοί ή άγνωστοί σου, αναγνώστες που το διάβασαν πριν από σένα.

Επίσης, ο "θεσμός του παλαιοβιβλιοπωλείου" παίζει έναν πολύ βασικό ρόλο στη ιστορία. Τα παλαιοβιβλιοπωλεία του σήμερα, όπου ο Χρήστος αναζητά μετά μανίας κάποια στοιχεία στην έρευνά του, μέχρι τα αντίστοιχα του περασμένου αιώνα, από όπου πολλά βιβλία ξεκίνησαν το ταξίδι τους και συναντούν τον Χρήστο, στην Αθήνα του σήμερα. Η αποτύπωση του χώρου και της ατμόσφαιρας των παλαιοβιβλιοπωλείων του κέντρου είναι εξαιρετική - πιθανότατα γιατί και ο ίδιος ο συγγραφέας διατηρεί ένα. Διαβάζοντας το "Μυστικό της τελευταίας σελίδας" αισθανόμουν σαν να βρίσκομαι πραγματικά μέσα σε κάποιο παλαιοβιβλιοπωλείο στα σοκάκια του κέντρου, σαν να μύριζα το παλιό χαρτί, σαν να κρυφοκοίταζα τις αφιερώσεις στις κιτρινισμένες σελίδες, και να μαύριζα τα δάχτυλά μου ψάχνοντας με τις ώρες στα ράφια.

Η αφήγηση, μπορώ να πω, είναι πραγματικά αριστοτεχνική. Άλλοτε πρωτοπρόσωπη, άλλοτε - έξαφνα - σε δεύτερο πρόσωπο, απευθυνόμενος στην κοπέλα που, μετά από πολυετή δεσμό, τον άφησε κι άλλοτε - πάλι έξαφνα - τριτοπρόσωπη, μαρτυρώντας μας γεγονότα που συνέβησαν κατά το παρελθόν.

Τα πήγαινε-έλα μεταξύ της πλοκής και των σκέψεων του κεντρικού ήρωα, είναι επίσης εντυπωσιακά. Στις πράξεις των χαρακτήρων παρεμβάλλονται απροειδοποίητα οι σκέψεις του Χρήστου και αντίστροφα. Παρομοίως, τα άλματα μεταξύ του παρόντος, του πρόσφατου, και του απώτερου παρελθόντος είναι αδιάκοπα. Ανακατεμένες με τα όσα διαδραματίζονται στο τώρα, οι αναμνήσεις πέφτουν σαν βροχή. Αναμνήσεις από το χωριό, με τον παππού και τον καφετζή, αναμνήσεις από τον έτερον ήμισυ που πρόσφατα τον εγκατέλειψε, αναμνήσεις από τα ανέμελα φοιτητικά χρόνια, αναμνήσεις από τις περιπέτειες με τον κολλητό φίλο.

[...] Ανακατεύεστε με βιβλία. Δεν θα ξεφύγει κανείς σας. Τα βιβλία είναι άτιμο πράγμα. Δες, για παράδειγμα, τους συγγραφείς. Κάθεται ένας οποιοσδήποτε, ένας κοινότατος άνθρωπος και γράφει διακόσιες λέξεις σ'ενα κομμάτι χαρτί. Δεν είναι τίποτα διαφορετικό απ'όλους τους άλλους ανθρώπους. Μια μέρα ένας εκδότης ντύνει τις λέξεις του με ένα εξώφυλλο και τις κάνει βιβλίο. Ο κοινότατος φίλος μας αυτομάτως γίνεται σοφός, μύστης και κατηχητής. Γίνεται σ'ένα και μόνο βράδυ παιδαγωγός του "ωραίου", του "αλάθητου" και του "αληθινού". Γίνεται ο οδηγός του "καλού". Κι όλα αυτά τα κάνει ένα μονάχα βιβλίο. Κανείς δεν γλιτώνει. Πουλάς παπούτσια, είσαι .έμπορος, πουλάς βιβλία, είσαι βιβλιοπώλης - άλλη φυλή, δυο σκαλοπάτια κάτω απ'τους σοφούς. Το βιβλίο στοιχειώνει.

Ένα γεμάτο και πολύ πυκνό μυθιστόρημα, ωδή στη βιβλιοφιλία. Και, εκτός του ότι μου άρεσε πολύ, χαίρομαι που το αγόρασα από ένα παλαιοβιβλιοπωλείο!


Στο παρακάτω βίντεο, ο συγγραφέας.



Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012

«Το γονίδιο της αμφιβολίας» – Ν. Παναγιωτόπουλος

Τυχαία ανακάλυψα φέτος αυτό το αξιόλογο βιβλίο, 13 χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή του και έτος της επανέκδοσής του - και από ό,τι φαίνεται ήμουν τυχερός που πέτυχα την πρώτη έκδοση, η οποία έχει αποσυρθεί από την κυκλοφορία (και έχει πολύ ωραιότερο εξώφυλλο).

Το μυθιστόρημα του Νίκου Παναγιωτόπουλου γράφτηκε στα τέλη του 20ου αιώνα, αλλά η ιστορία του εκτυλίσσεται στα μέσα του 21ου αιώνα.

Πόλις (1999)
σελ. 222

Η ιδέα πολύ πρωτότυπη : Στις αρχές του 21ου αιώνα ανακαλύπτεται ένα τεστ, το οποίο μπορεί να αποφαίνεται εάν κάποιος έχει καλλιτεχνική φλέβα. Ο αμερικανός συγγραφέας James Wright αρνείται να υποβληθεί στο τεστ και η ζωή του παίρνει απρόβλεπτη τροπή.

Στο βιβλίο αυτό, ο Wright μας εξιστορεί τα πώς εξελίχθηκε η ζωή του, αφότου ανακαλύφθηκε το περίφημο τεστ και ο ίδιος αρνήθηκε πεισματικά να υποβληθεί σε αυτό. Το ταλέντο, που μέχρι πρότινος ομόφωνα του αναγνωριζόταν, ξαφνικά έπαψε να υφίσταται, και η προσωπική του ζωή πήρε την κατιούσα.

Περισσότερο ενδιαφέρον έχει, όμως, η κατάσταση στον εκδοτικό χώρο μετά την έλευση του τεστ. Πρόσβαση στους εκδοτικούς οίκους έχουν αποκλειστικά και μόνο όσοι συγγραφείς περάσουν επιτυχώς το τεστ και οι δουλειές του επαγγελματία αναγνώστη και του κριτικού λογοτεχνίας είναι πλέον αχρείαστες, αφού η επιστήμη πλέον αποφαίνεται για το ποιος είναι καλλιτέχνης και ποιος όχι.

Η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη (αφηγείται ο ίδιος ο Wright) - κατά συνέπεια γρήγορη και άμεση - και έχει τη μορφή τελευταίας εξομολόγησης ή σύνοψης της (συγγραφικής) ζωής του. Βέβαια, παρά το ότι μοιάζει περισσότερο με προφορικό λόγο, χαρακτηρίζεται από μια κάπως επιτηδευμένη γλώσσα - γεγονός που πιθανώς οφείλεται στο ότι ο αφηγητής είναι επαγγελματίας του λόγου (συγγραφέας, γαρ!).

Καταπληκτικό είναι το επίμετρο του Παναγιωτόπουλου, όπου εξηγεί τα όποια κενά αφήνει η ιστορία, με έναν πολύ ευρηματικό τρόπο!

Μεταίχμιο (2012)

Αξίζει να σημειωθεί πως Το γονίδιο της αμφιβολίας έχει μεταφραστεί στα γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, σλοβένικα, σέρβικα, πορτογαλικά και στα κινέζικα.



Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012

«Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα»

Μια βιβλιοφιλική (όπως μαρτυρά και το εξαιρετικό εξώφυλλο) περιπέτεια, που λαμβάνει χώρα στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας και πηγάζει από τα μέσα του προπερασμένου αιώνα.

εκδ. Καστανιώτης (2007)
σελ. 320

Ο ελληνο-ιταλός Νικόλα Μιλάνο έχει κληρονομήσει μια βιβλιοθήκη αποτελούμενη από σπάνια βιβλία. Σε ένα από αυτά κρύβεται το μυστικό για την ανακάλυψη μιας ιστορικής και σπουδαίας βιβλιοθήκης, αυτής του έλληνα βιβλιόφιλου Δημήτριου Μόστρα. Ο Μιλάνο, σε συνεργασία με τον κολλητό του και έναν ανάπηρο ιταλό συλλέκτη βιβλίων, που συνεδεύεται από την ξανθιά σύντροφό του, επιδίδονται την αναζήτηση της πολυπόθητης βιβλιοθήκης. Παράλληλα, μια συμμορία αστυνομικών δολοφονεί αποφυλακισμένους βιαστές και δολοφόνους.


    Ο Μαμαλούκας (βιβλιόφιλος και βιβλιο-συλλέκτης και ο ίδιος) μας μεταφέρει στον κόσμο των παθιασμένων βιβλιο-συλλεκτών, οι οποίοι, εκτός από τις τεράστιες περιουσίες που ξοδεύουν για σπάνια βιβλία, κάποιες φορές δε διστάζουν να φτάσουν και σε πιο ακραίες μεθόδους για να ικανοποιήσουν αυτό τους το πάθος.

        Η εξιστόρηση γίνεται με σταθερό ρυθμό - αρκούντως γρήγορο ώστε να μην είναι πληκτική και αρκούντως αργό ώστε να παρακολουθείται άνετα. Η ιστορία εκτυλίσσεται εξ ολοκλήρου στην Ιταλία, ως επί το πλείστον στη Ρώμη και ένα μικρό μέρος της στη Βενετία. Η νοητή μεταφορά του αναγνώστη στην ιταλική πρωτεύουσα είναι άκρως επιτυχημένη. Διαβάζοντας, μπορείς να αισθανθείς τις ψιχάλες που πέφτουν απ'τον ρωμαϊκό ουρανό και να οσμιστείς την ομίχλη, που συχνά πλανιέται στην ατμόσφαιρα της ιταλικής πρωτεύουσας. Ο κεντρικός ήρωας, παρότι δεν είναι ο καλός και άμεμπτος της υπόθεσης, προκαλεί τον ενδιαφέρον και τη συμπάθεια, σε κάνει να αγωνιάς για το τι θα του συμβεί αργότερα.


    Δύο ξεχωριστές ιστορίες (στην κύρια, ο Μιλάνο μας αφηγείται το κυνήγι της χαμένης βιβλιοθήκης και στην δευτερεύουσα, κάποιοι αστυνομικοί αυτοανακηρύσσονται τιμωροί) εκτυλίσσονται παράλληλα και σε κάποιο σημείο συνδέονται. Η σύνδεση των δύο αυτών ιστοριών γίνεται, κατά τη γνώμη μου πολύ αργά, και με πολύ χαλαρό τρόπο, με συνέπεια να δίνουν των εντύπωση των άσχετων μεταξύ τους, που απλώς έπρεπε με κάποιον τρόπο στο τέλος να συγκλίνουν.

      Επίσης, από ένα σημείο και μετά η γραφή είναι πολύ κινηματογραφική (πολύ αριστοτεχνική βέβαια, ομολογουμένως), με παγιδευμένους ήρωες, κυνηγητά με δολοφόνους, απαγωγές, κ.τ.λ. Όλα αυτά είναι θεμιτά για μια ταινία, αλλά για ένα βιβλίο, προσωπικά θα προτιμούσα κάτι πιο ήπιο και λιγότερο περιπετειώδες, με έμφαση στην πλοκή και λιγότερο στη δράση. Τέλος, δεν ξεκαθαρίζεται πλήρως ο ρόλος που έπαιξαν κάποια από τα πρόσωπα στην ιστορία, και λεπτομέρειες (σημαντικές) από των παρελθόν τους μένουν μετέωρες.


    Εν κατακλείδι, η βουτιά στην κοινωνία των παθιασμένων βιβλιο-συλλεκτών είναι αρκετά ενδιαφέρουσα, αλλά δε μου άφησε τόσο καλή γεύση όσο προσδοκούσα. Έκανα μεν ένα πανέμορφο νοερό ταξίδι στη Ρώμη, αλλά οι πολλοί θάνατοι και η πολλή βία αλλοίωσαν κάπως τον χαρακτήρα της βιβλιοφιλίας που διέπει το μυθιστόρημα. Θα προτιμούσα να είχε επικεντρωθεί περισσότερο στο βιβλιοφιλικό μέρος, αφήνοντας κατά μέρος τις ιστορίες-δορυφόρους και τότε, πιστεύω, ίσως και να μιλούσαμε για αριστούργημα.