Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

Δεύτερη επίσκεψη στην ανταλλακτική βιβλιοθήκη του Κολωνακίου (& φωτορεπορτάζ)

Πριν από περίπου έναν χρόνο είχε εγκαινιαστεί μία από τις τρεις ανταλλακτικές βιβλιοθήκες της πρωτεύουσας, αυτή που βρίσκεται στην πλατεία Δεξαμενής, στο Κολωνάκι. Τότε, μετά από μερικές εβδομάδες λειτουργίας της, την είχα επισκεφθεί και δεν μου είχε αφήσει τις καλύτερες εντυπώσεις.

 

Πριν λίγες ημέρες την επισκέφθηκα ξανά. Το θέαμα που αντίκρισα αυτήν την φορά δεν ήταν απογοητευτικό. Ήταν αποκαρδιωτικό. Στην πρώτη από τις δύο ακόλουθες φωτογραφίες -η οποία δημοσιεύτηκε στο facebook.com/vivliothikiorg στις 24 Σεπτεμβρίου- η βιβλιοθήκη φαινόταν να περιέχει αρκετά (και τακτοποιημένα) βιβλία. Αυτό που εγώ αντίκρισα όμως, αποτυπώνεται στην δεύτερη.



Αν πέρυσι βρίσκονταν καμιά πενηνταριά βιβλία στα ράφια της ανταλλακτικής βιβλιοθήκης, φέτος όλα κι όλα δεν ήταν παραπάνω από είκοσι. Πιο αναλυτικά :
- ένα μυθιστόρημα σε κακή κατάσταση (το «Οι αγάδες του Ακτσάσαζ»)
- ένα κόμικ
- ένα ιατρικό βιβλίο σχετικό με τη βαρηκοΐα
- πέντε ποιητικές συλλογές σε άριστη κατάσταση (που εικάζω πως τις άφησε εκεί ο εκδότης για να διαβαστούν περισσότερο)
- τρία εικονογραφημένα παραμύθια του Αισώπου
- ένας τόμος του λεξικού Liddell-Scott και δύο βιβλία στρατιωτικού ενδιαφέροντος (όλα προσφορές εφημερίδας).


  
  


Τα υπόλοιπα ράφια ήταν άδεια.



Μετά από αυτά, ποιος μπορεί να ψέξει τους ανθρώπους που άφησαν τα δύο παρακάτω σχόλια στο facebook.com/vivliothikiorg;



Συνεχίζω να πιστεύω πως ένα τέτοιο εγχείρημα είναι εντελώς έξω από την κουλτούρα μας, όπως επίσης έχω την πεποίθηση πως οι επαγγελματίες του βιβλίου θεωρούν την ανταλλακτική βιβλιοθήκη κάτι επιβλαβές για τον κλάδο τους· το βλέπουν ως κάτι που υποκαθιστά τη δουλειά τους και όχι ως κάτι που την συμπληρώνει και την ενισχύει.



Με την ευκαιρία, έκανα και ένα μίνι φωτορεπορτάζ για την πλατεία Δεξαμενής.


                            

                            


Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014

«Μια μικρή αλλαγή φέρνει μια μεγάλη (Ψάρια στον αφρό)» - Γ. Πιντέρης

Έχω διαβάσει τέσσερα-πέντε βιβλία του Πιντέρη, αλλά ακόμη δεν έχει τύχει να γράψω αρκετά για αυτά (εκτός από το «Λύσε μόνος σου τα προβλήματά σου»). Καθώς, όμως, τα διαβάζω και τα ξαναδιαβάζω, σίγουρα στο μέλλον θα τους αφιερώσω λίγο περισσότερο χώρο στο ιστολόγιο.

 Το τελευταίο δικό του που διάβασα είναι ετούτο εδώ, όταν ένα κυριακάτικο μεσημέρι το κατέβασα από τη βιβλιοθήκη μου θέλοντας να διαβάσω κάτι για λίγη ωρίτσα, και πολύ σύντομα χωρίς να το καταλάβω έφτασα στο τέλος.


εκδ. Θυμάρι - σελ. 191


Εδώ, ο εξαιρετικός συγγραφέας Γιώργος Πιντέρης, έχει φτιάξει (σύμφωνα με δικό του χαρακτηρισμό) μια «συλλογή από παραμύθια για μεγάλους» και μας καλεί να μην εγκλωβιστούμε σε μια αυστηρή μελέτη, αλλά να αφεθούμε και την διαβάσουμε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι μας.

Αρχικά μας μιλά για την πρώτη του εμπειρία στο ψαροτούφεκο (δεν θα γράψω την ιστορία για να μην αποκαλύψω το τέλος της), η οποία και αποτελεί μια πολύ καλή εισαγωγή για τα παραμύθια που ακολουθούν.

Τα παραμύθια αυτά δεν είναι τίποτε άλλο από μερικές σύντομες ιστορίες ψυχοθεραπείας –τόσο από την επαγγελματική εμπειρία του Πιντέρη όσο και από την εμπειρία παλαιότερων μεγάλων ψυχολόγων– και όλες τους παρουσιάζουν μια κοινή ιδιαιτερότητα : δεν ακολουθούν την πεπατημένη και τις συνήθεις διαδικασίες, αλλά αντίθετα επιτυγχάνουν τον στόχο τους μέσω ενός κόλπου, μέσω ενός ευφάνταστου τρικ που κανένα εγχειρίδιο δεν προτείνει.

Οι ιστορίες ετούτες, έκτασης 1-3 σελίδων η καθεμιά, καταβροχθίζονται απίστευτα ευχάριστα και γρήγορα, και διαβάζοντας τις -ανάμεσα στα άλλα- μαθαίνει κανείς και μερικές τεχνικές δημιουργικής επίλυσης ψυχολογικών προβλημάτων, όπως π.χ. την τεχνική της αλληγορικής παρέμβασης («ο λόφος και οι Βοτανικοί κήποι»), την αλλαγή του πλαισίου («ο ‘μαστρωπός’ πατέρας», «οι κοντές πατούσες»), το καλοπροαίρετο σοκάρισμα («η ενούρηση», «ο Will και ο Χρυσός Κόκκορας»), την τεχνική του judo («μικροβιοφοβία και Weakland»), και το θεραπευτικό διπλοδέσιμο («η παχουλή κυρία που αδυνάτησε τρώγοντας», «ο νεαρός με τον …καρκίνο»).

Στην ουσία, ο Πιντέρης με το συγκεκριμένο βιβλίο κατά κάποιον τρόπο απομυθοποιεί τους ψυχολόγους και τον κλάδο της ψυχολογίας –όχι υποβαθμίζοντας τη σημασία της ως επιστήμη, αλλά αποδεικνύοντας με παραδείγματα ότι η επιστημονική εμβάθυνση και εξειδίκευση δεν αποτελούν πάντοτε το σίγουρο μέσο για την θεραπεία ενός ασθενούς, αλλά ο ψυχολόγος απαιτείται να είναι όσο το δυνατόν δημιουργικός και να μην προσκολλάται πεισματικά σε θεωρίες και συγγράμματα.


Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

«Ο δολοφόνος φορούσε σμόκιν» - Γιάννης Μαρής

Ένας οπερατέρ σε μια κινηματογραφική εταιρεία παραγωγής, ο Μάνος Αγγελίδης, καθώς επιστρέφει γύρω στα μεσάνυχτα με τον ηλεκτρικό από τον Πειραιά στην Αθήνα, σε κάποιον σκοτεινό δρόμο βλέπει ένα αυτοκίνητο να ξεφορτώνεται ένα γυναικείο σώμα. Δεν κατάφερε να δει τον οδηγό, αλλά διέκρινε ότι φορούσε σμόκιν. Από τους υπόλοιπους επιβάτες του βαγονιού κανένας δεν αντιλήφθηκε τίποτα. Όταν την επομένη μαθαίνει ότι μια γυναίκα βρέθηκε νεκρή στο σημείο που εκείνος είχε δει ό,τι είχε δει, τότε πάει κατ’ευθείαν στην Αστυνομία, όπου δεν θα του δίνεται και πολλή σημασία. Τότε, ωθούμενος από προσωπικό πείσμα, αρχίζει να σκαλίζει την υπόθεση.

 
εκδ. Το Βήμα - σελ. 323


Και εδώ, όπως και στον «Θάνατο του Τιμόθεου Κώνστα», ο αστυνόμος Μπέκας δεν είναι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας. Αντίθετα, γύρω από τον Αγγελίδη είναι που περιστρέφονται όλα, τις ενέργειές του και τις έρευνές του παρακολουθούμε. Από ένα σημείο και μετά, όμως, ο περίφημος “χοντρός και με όψη καθημερινού λαϊκού ανθρώπου” αστυνόμος ενδιαφέρεται για την υπόθεση και (παρασυρμένος κι από την επιμονή του Αγγελίδη) προσφέρεται να συνδράμει ανεπισήμως στις έρευνές του νεαρού επίδοξου ερευνητή.


Στην σύγχρονη πεζογραφία, έχουμε την τάση να αναζητούμε το τι κρύβεται πίσω από τον μύθο που μας διηγείται ο εκάστοτε συγγραφέας, τι αντιπροσωπεύουν οι χαρακτήρες, τι επιχειρεί το κείμενο να στηλιτεύσει και τι να προωθήσει. Ακόμα και στα αστυνομικά πλέον (ίσως, κυρίως σε αυτά), ο προορισμός –δηλαδή η εύρεση του ενόχου– χρησιμεύει μόνο και μόνο ως αφορμή για να πραγματοποιηθεί το ταξίδι –δηλαδή η αφήγηση που θα κριτικάρει, θα σχολιάσει και θα πάρει θέση για μιας ευρείας γκάμας ζητήματα πολιτικοκοινωνικής φύσης.

Εδώ δεν (θεωρώ ότι) έχουμε κάτι τέτοιο· αντιθέτως έχουμε μια λεπτομερώς πεπλεγμένη αστυνομική ιστορία, από αυτές που γράφτηκαν στα πρώιμα στάδια της ελληνικής αστυνομικής μυθοπλασίας και που ως στόχο είχαν αποκλειστικά να τέρψουν το αναγνωστικό κοινό με μια καλο-κεντημένη διαδικασία εύρεσης του ενόχου και όχι να σχολιάσουν τα οποιαδήποτε κακώς κείμενα του τόπου –και τον στόχο της αυτόν τον πετυχαίνει εκτατό τοις εκατό.


Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

«Η φάρμα των ζώων» - George Orwell

– Υπήρχε ένας Άγγλος συγγραφέας που είχε γράψει ένα βιβλίο για με θέμα τα ζώα.
– Δηλαδή;
– Ήταν μια φάρμα με ζώα, που ο ιδιοκτήτης τούς φερόταν πολύ απαίσια. Είδαν κι απόειδαν λοιπόν, και αποφάσισαν να επαναστατήσουν εναντίον του αφεντικού τους και να απελευθερωθούν από την “ανθρώπινη καταδυνάστευση”.
– Και τα κατάφεραν;
– Τα κατάφεραν. Κι έπειτα διαχειρίζονταν μόνα τους τη φάρμα και τη ζωή τους.
– Χμ, ενδιαφέρον…
– Ρόλο καθοδηγητικό, που λες, στην νέα τάξη πραγμάτων πήραν τα γουρούνια.
– Άσε, μη συνεχίζεις, κατάλαβα τη συνέχεια…

Κάπως έτσι, πριν από μερικά χρόνια, άκουσα για πρώτη φορά για τον Orwell και για το εξαιρετικά σημαντικό αυτό βιβλίο του. Και φυσικά δεν ήταν καθόλου δύσκολο να προβλέψω την συνέχεια του μύθου, καθώς ο Orwell στην ουσία δεν «έπλασε μύθο», αλλά απλώς αποτύπωσε αλληγορικά συνήθεις ανθρώπινες συμπεριφορές.


εκδ. Καλοκάθη - σελ. 125
πρώτη έκδοση : 1945


Ως εισαγωγή της συγκεκριμένης έκδοσης παρατίθεται ο πρόλογος του ίδιου του Orwell για την ουκρανική έκδοση του βιβλίου, το 1947. Στον πεντασέλιδο αυτόν πρόλογο, μας εξιστορεί σε αδρές γραμμές τα βιώματά του και –κυρίως– τους λόγους που τον ενέπνευσαν να γράψει τη «Φάρμα των ζώων», καθώς και τον συμβολισμό που εμπεριέχει.

Θα αποφύγω να κάνω εκτενέστερη αναφορά, για να μην χαλάσω την αναγνωστική απόλαυση όποιων σκοπεύουν να το διαβάσουν στο μέλλον, όμως θα προσθέσω ότι το έργο αυτό είναι τόσο διαχρονικό και μπορεί άνετα μέσα στις λίγες του σελίδες να αποτυπώσει εικόνες και καταστάσεις ενός τεράστιου εύρους της ανθρώπινης ιστορίας (τόσο σε επίπεδο κρατών και πολιτικής, όσο και σε οποιονδήποτε καθημερινό μικρόκοσμο μπορεί κανείς να φανταστεί), που τελικά είναι αδύνατον να μείνει φυλακισμένο μέσα στα όρια της αρχικής έμπνευσης και σκοπού του συγγραφέα.

Τελικά, είναι μερικά έργα που ανεξάρτητα από τις συνθήκες και την αφορμή με την οποία γράφτηκαν, και όσα χρόνια κι αν περάσουν, πάντα θα είναι επίκαιρα και θα μας δημιουργούν αυτόματους (συνήθως πικρούς) συνειρμούς με πρόσωπα και καταστάσεις που ζήσαμε ή ακούσαμε.


Τετάρτη 27 Αυγούστου 2014

«Οι νεκροί μιλάνε ακόμα» - Harry Bingham

Ευχάριστη συντροφιά μου κράτησε για μια εβδομάδα το (πρωτόλειο) αστυνομικό μυθιστόρημα του Βρετανού συγγραφέα.


εκδ. Ψυχογιός - σελ. 478
μτφ. Γ.Ι. Μπαμπασάκης


Η υπόθεση : η 26χρονη ντετέκτιβ αστυφύλακας Φιόνα Γκρίφιθς, αναλαμβάνει περιφερειακό-βοηθητικό ρόλο στην υπόθεση Λόχαν, μια άκρως σημαντική υπόθεση της αστυνομίας του Κάρντιφ. Μια ιερόδουλη βρέθηκε νεκρή και δίπλα της κείτονταν το άψυχο σώμα της εξάχρονης κορούλας της, με το κεφάλι της παραμορφωμένο εξαιτίας του χτυπήματος με έναν νεροχύτη.

Κάπως μαγκωμένα διέτρεξα τις πρώτες σελίδες, καθώς μέχρι να συνηθίσω το στυλ του συγγραφέα μου πήρε ένα-δυο κεφάλαια, αλλά στη συνέχεια διάβασα ευχάριστα την ιστορία.

Αυτό που μου άρεσε περισσότερο στο μυθιστόρημα είναι η κεντρική ηρωίδα, η Φιόνα. Έτσι κι αλλιώς πρόκειται για ένα προσωποκεντρικό έργο : πρωτοπρόσωπη αφήγηση, μία και μοναδική οπτική γωνία, διαρκής αποτύπωση των σκέψεων και των συναισθημάτων της Φιόνα (ενίοτε και εις βάρος της πλοκής).
Όμως η νεαρή αστυνομικός καταφέρνει να ξεφύγει εντελώς από τους στερεοτυπικούς μυθιστορηματικούς συναδέλφους της : μικροκαμωμένη, ελάχιστα εκπαιδευμένη και στην ουσία άσχετη με πρακτικές βίας και όπλων, παλεύει εναγωνίως να αποδείξει την αξία της στο Σώμα, συχνά παρακούει τις εντολές του αφεντικού της και κάνει του κεφαλιού της (όχι από έπαρση ή εγωισμό, αλλά στα πλαίσια της εν γένει παράξενης συμπεριφοράς της, η οποία φαίνεται να οφείλεται σε μια παλαιότερη πάθηση), με μπερδεμένες οικογενειακές και προσωπικές σχέσεις, λαχταρά να φτιάξει μια φυσιολογική ζωή σαν όλες τις γυναίκες της ηλικίας της.
Αυτή η κοπελίτσα, λοιπόν, με έναν αδιευκρίνιστο τρόπο, στο τέλος σε έχει αναγκάσει να εστιάσεις περισσότερο σ’εκείνην και λιγότερο στην πλοκή, και εν τέλει –θέλοντας και μη– να την συμπαθήσεις.


Αυτό που είναι αξιοσημείωτο είναι η πάθηση από την οποία κατά το παρελθόν έπασχε η Φιόνα. Όπως εξηγείται στο τέλος, πρόκειται για μια πραγματική πάθηση, την οποία ο Bingham εμπνεύστηκε από μια ασθενή της (νευρολόγου) συζύγου του (που έπασχε από την ίδια αυτή ασθένεια) και έτσι θέλησε να την αποδώσει μυθιστορηματικά, καταφέρνοντας όντως να προσδώσει κάτι το διαφορετικό –αν και, κατά τη γνώμη μου, δεν πέτυχε πλήρως να ενσωματώσει αυτό το χαρακτηριστικό στην πλοκή, έτσι ώστε να δικαιολογεί σε ικανοποιητικό βαθμό τις συμπεριφορές και τις αποφάσεις της πρωταγωνίστριας (θα ήθελε λίγο περισσότερη δουλειά το κείμενο, καθώς γίνεται εμφανές πως το κύριο μέλημα του  Bingham ήταν η ασθένεια και όχι η αστυνομική πλοκή).
Ακόμα κι έτσι όμως, η γνώμη μου γι’αυτό το αστυνομικό δεν είναι αρνητική.


Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014

«Ανεπιθύμητο» - Kristina Ohlsson



εκδ. Μεταίχμιο - σελ. 434


Στα μέσα του καλοκαιριού, η μικρή Λίλιαν ταξιδεύει με το τρένο συνοδευόμενη από τη μητέρα της. Κατά τη διάρκεια μιας σύντομης στάσης, η μητέρα της κατεβαίνει για να κάνει ένα τηλεφώνημα και το τρένο αναχωρεί απροειδοποίητα. Όταν φτάνει στην επόμενη στάση, η Λίλιαν έχει εξαφανιστεί. Την υπόθεση αναλαμβάνει ο Άλεξ Ρεστ, συνεπικουρούμενος από τον Πίεντερ Ριντ και την Φριεντρίκα Μπέργιμαν.
Η Φριεντρίκα είναι το alter-ego της συγγραφέως, καθώς εργάζεται στην Αστυνομία ως πολιτικό προσωπικό (όπως και η ίδια η Όλσον). Το ότι είναι πολίτης έχει ως συνέπεια να μην απολαμβάνει την εμπιστοσύνη των αστυνομικών, και την φέρνει αυτόματα σε μειονεκτική θέση υποχρεώνοντάς την να δουλεύει ακόμα σκληρότερα από τους υπόλοιπους για να αποδείξει την αξία της.

Η πλοκή είναι μεν καλά δομημένη χωρίς να είναι όμως κάτι το πολύπλοκο και εξαιρετικό· από ό,τι φαίνεται, βέβαια, η Όλσον δεν στηρίζεται εκεί, αλλά στον γρήγορο ρυθμό της ιστορίας και στην εμβάθυνση των βασικών χαρακτήρων –και τα πετυχαίνει και τα δύο πολύ καλά.
Χωρίς περιττές λεπτομέρειες και μακροσκελείς περιγραφές, καταφέρνει να μας εισάγει στις ζωές των πρωταγωνιστών, και να μας κάνει κοινωνούς στις δυσκολίες της προσωπικής τους ζωής, καθώς ταυτόχρονα αυτοί προσπαθούν να εξιχνιάσουν και την υπόθεση του εξαφανισμένου κοριτσιού. Επίσης, το μυθιστόρημα είναι όντως ένα page-turner, καθώς σε αρκετά σημεία έπιασα το βλέμμα μου να προσπερνά βιαστικά τις παραγράφους για να φτάσει στο ζουμί (βλέπε : διαλόγους), ενώ παράλληλα, αν και οι ανατροπές δεν είναι το φόρτε του, καταφέρνει να κρατήσει τις υποψίες σου μακριά από την αλήθεια, και δεν σε αφήνει να φτάσεις στο τέρμα προτού η συγγραφέας το επιτρέψει.

Θετική εντύπωση μου άφησε το πρωτόλειο της Όλσον –κυρίως λόγω της αναπόφευκτης σύγκρισής του με τα σουηδέζικα που διάβασα τον τελευταίο καιρό (π.χ. Άρνε Νταλ, Άσα Λάρσον, κ.α.) και τα οποία με είχαν απογοητεύσει. Νομίζω πως θα αναζητήσω και το δεύτερο βιβλίο της που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά.


Η μετάφραση είναι πολύ καλή, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί έγινε από τα αγγλικά, δεδομένου ότι το Μεταίχμιο ήδη έχει εκδώσει αρκετά σουηδέζικα αστυνομικά μεταφρασμένα απευθείας από το πρωτότυπο.


Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

«Ο ορκωτός λογιστής» - Χρήστος Τριανταφύλλου

Στο ιστολόγιο δεν γράφω για όλα τα βιβλία που διαβάζω. Κάποια τυχαίνει να μην μου αρέσουν καθόλου, ενώ η ανάγνωση κάποιων άλλων απλώς ολοκληρώνεται αδιάφορα, χωρίς να μου δίνει αφορμή για να γράψω κάτι ουσιαστικό.

 
εκδ. Γαβριηλίδης - σελ. 117


Tο μικρό ετούτο βιβλιαράκι μου άφησε μια χλιαρή έως αδιάφορη επίγευση, αλλά ο μοναδικός λόγος για τον οποίο αποφάσισα να γράψω για αυτό είναι τα δύο εντυπωσιακά διηγήματα που ανοίγουν την συλλογή –«Ο ταραξίας» και το «Η1Ν1»–, τα οποία ξεχωρίζουν σαν την μύγα μες στο γάλα από τα υπόλοιπα, και θα ήθελα να γραφτεί κάτι γι’αυτά.
Ο «ταραξίας» είναι ένα διήγημα που θυμίζει έντονα το «Λάθος» του Σαμαράκη, τόσο από άποψη ύφους (δεν κατονομάζεται τίποτα, παρά έχουμε το Κράτος, την Τάξη, το Σύστημα) όσο και στο στυλ. Με μια αξιοθαύμαστη πυκνότητα και μια κοφτερή ειρωνία, ο συγγραφέας στηλιτεύει την υποταγή του ατόμου στο απροσδιόριστο αλλά παντοδύναμο κράτος.
Στα ίδια περίπου πλαίσια κινείται και το «Η1Ν1», το οποίο αναφέρεται, με έναν κάπως περισσότερο παραβολικό τρόπο, στην καλούπωση και τη διαρκή παρακολούθηση των ατόμων της κοινωνίας με πρόσχημα την προστασία τους.
Και τα δύο αυτά τετρασέλιδα διηγήματα με εντυπωσίασαν με τη μεστότητά τους και τον ειρωνικό καταγγελτικό τους λόγο, και ακόμη περισσότερο εξεπλάγην όταν διαπίστωσα ότι ο συγγραφέας τα έγραψε προτού καν κλείσει τα δεκαοχτώ!
Το Κράτος, που ούτε υπάρχει ούτε δεν υπάρχει, που είναι πάνω από όλους μας και συνάμα αποτελείται και εξαρτάται από μας, περνά αόρατες αλυσίδες γύρω από τους αστραγάλους μας· αλυσίδες που μυρίζουν όμορφα, και όσο τις υποτιμάμε σφίγγουν περισσότερο, ώσπου τελικά να μας πνίξουν.

Τα υπόλοιπα αφηγήματα –τα περισσότερα πολύ μικρά, από λίγες γραμμές έως μια σελίδα– δεν μου είπαν κάτι. Επιχειρούν να θίξουν μερικά κακώς κείμενα τόσο της ελληνικής πραγματικότητας όσο και της ανθρώπινης φύσης εν γένει (όπως π.χ. την αποξένωση, την διαφθορά των Εκκλησιαστικών αρχόντων, την αναποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού, την υποκρισία, την εμμονική προσήλωση στη συλλογή πλούτου), και μάλιστα όχι εκτοξεύοντας απλώς και μόνο εύκολες κατηγορίες, αλλά βγάζοντας μια πικρία (καθώς ο συγγραφέας δεν είναι ένας απομακρυσμένος παρατηρητής, αλλά επηρεάζεται από όλα αυτά)· εντούτοις η πολύ συνοπτική φόρμα τους και το υπέρ το δέον ελλειπτικό και υπαινικτικό στυλ τους προσωπικά δεν με κέρδισε.
Γεμάτες οι παραλίες από νέους που η αποχή γι’ αυτούς είναι «πολιτική επιλογή». Και φωνάζουν όλοι οι βδελυροί μικροαστοί: «πες τα Λάκη», χειροκροτώντας παράλληλα, γιατί μόνο αυτό μπορούν να κάνουν. Και κάνει η κάμερα ένα κοντινό στο κοινό, και ξαναχειροκροτούν αυτοί, ακόμα πιο δυνατά αυτή τη φορά, όπως το πρόβατο βελάζει πιο δυνατά όταν βελάζουν και τα υπόλοιπα στο κοπάδι. Και επιστρέφουν σπίτι με μια σπίθα ανεξαρτησίας στο μάτι, πέφτοντας για ύπνο αμέσως, γιατί πρέπει να είναι στη δουλειά νωρίτερα για να πιάσουν κουβέντα με τον προϊστάμενο, που φαίνεται να τους συμπαθεί τελευταία, ειδικά αφότου κάρφωσαν τον συνάδελφο στον 5ο που έφευγε νωρίτερα.