Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

«Η βαριάντα του Λίνεμπουργκ» - Paolo Maurensig


Το εξαιρετικό πρώτο μυθιστόρημα του Paolo Mauresing (γεν. 1943) αποτελεί μια ιστορία γύρω απ’το σκάκι. Ή, καλύτερα, μια ιστορία γύρω απ’το πάθος για το σκάκι.
εκδ.  Κέδρος (2005)
Εκδόσεις : Κέδρος (2005) & Γνώση (1995)
Μετάφραση : Κασαπίδης Γιώργος 
Αριθμός σελίδων : 208
Πρωτότυπο : La variante di Lüneburg (1993)

Ο γερμανός επιχειρηματίας, ο Ντίτερ Φρις, δολοφονείται στην εξοχική βίλα του, στη Βιέννη. Το κίνητρο αυτής της δολοφονίας βρίσκεται πολλές δεκαετίες πίσω, ανάμεσα σε σκληρές μονομαχίες σε σκακιστικά τουρνουά και στον κατατρεγμό των εβραίων από την επέλαση των ναζί.


Παρότι το βιβλίο ξεκινά με το έγκλημα, δεν πρόκειται για αστυνομικό. Ο φόνος, που αποκαλύπτεται στην δεύτερη κιόλας σελίδα, δεν είναι παρά το κλειδί εκείνο που ανοίγει την πόρτα για την ιστορία που θέλει να μας διηγηθεί ο συγγραφέας. Μια ιστορία ασίγαστου πάθους για το σκάκι, αλλά και μια ιστορία απίστευτης θηριωδίας.

Δεν υπάρχει κανένας γρίφος για το ποιος είναι ο δράστης, ούτε και διασπείρονται στοιχεία για επεξεργασία και απόπειρα μαντεψιάς. Η ταυτότητα του δράστη δεν δηλώνεται, μεν, ρητά, αλλά στην πορεία ο αναγνώστης τον ανακαλύπτει ασυναίσθητα. Και αφού εύκολα βρίσκουμε το ποιος, αυτό που απομένει (και στο οποίο δίνεται έμφαση) είναι το γιατί.
εκδ.  Γνώση (1995)
Αυτό το γιατί, αποκαλύπτουν προοδευτικά οι δύο εκτεταμένοι μονόλογοι, οι οποίοι συνθέτουν το μυθιστόρημα. Καταρχήν, ο εικοσάχρονος Χανς Μάγερ αφηγείται τη λατρεία του για το σκάκι και το πώς μαθήτευσε δίπλα σε έναν από τους καλύτερους σκακιστές της εποχής. Έπειτα, ο παλαίμαχος σκακιστής Ταμπόρι, εξομολογείται με τη σειρά του, πώς εκείνος έμαθε τα μυστικά του παιχνιδιού και πώς κατάφερε να γίνει εκ των κορυφαίων σκακιστών του κόσμου, αλλά και την φρικιαστική εμπειρία του ως κρατούμενος σε στρατόπεδο των ναζί, όπου (εκτός απ' τα βασανιστήρια) αναγκάστηκε να παίξει σκάκι με έπαθλο ανθρώπινες ζωές.

Το γεγονός ότι ουσιαστικά το μυθιστόρημα αποτελείται από δύο μεγάλους μονολόγους δεν το κάνει καθόλου κουραστικό. Και οι δύο μονόλογοι είναι πολύ παραστατικοί, με τον πρώτο να μας εισαγάγει στο σκάκι και στο πάθος που κυριεύει τους μυημένους, ενώ ο δεύτερος (και άκρως συγκλονιστικός) μας μεταφέρει γλαφυρότατα την απόγνωση από τα ατελείωτα βασανιστήρια, αλλά κυρίως την εξαθλίωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας των κρατουμένων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Οι αναφορές στο σκάκι είναι (προφανώς) αρκετές και οι γνώστες μπορούν εύκολα να ταυτιστούν με τους ήρωες, αλλά δεν αποτρέπεται σε καμία περίπτωση ο μη-μυημένος από το να παρακολουθήσει άνετα την ιστορία.

Τέλος, έχω την αίσθηση πως κάποια σημεία της μετάφρασης χωλαίνουν λίγο και η στίξη θα έπρεπε να είχε προσεχθεί περισσότερο.





Ένα άλλο, επίσης εξαιρετικό μυθιστόρημα σχετικό με το σκάκι, είναι "Ο πίνακας της Φλάνδρας", του Arturo Pérez-Reverte, το οποίο προς το παρόν δεν θα σχολιάσω, καθώς πάνε αρκετά χρόνια που το διάβασα...

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

"Λύσε μόνος σου τα προβλήματά σου" - Γ. Πιντέρης



Δεν γνωρίζω προσωπικά τον ψυχολόγο Γιώργο Πιντέρη, αλλά από τα γραπτά του στο ιστολόγιό του, τα βιβλία του και τα βίντεο που μπόρεσα να εντοπίσω, μπορώ να πω ότι μου έχει κάνει θετικότατη εντύπωση. Μιλάει μια γλώσσα αρκετά απλή ώστε να γίνεται αντιληπτή απ'τον καθένα, χωρίς κοινοτοπίες και επιστημονικές θεωρίες, που κάλλιστα πολλοί άλλοι στη θέση του, και έχοντας διδακτορικό στην ψυχολογία, θα μπορούσαν να χρησιμοποιούν. Φαίνεται να προσεγγίζει κάθε ζήτημα πάνω από όλα με κοινή λογική, χωρίς παρωπίδες και επαγγελματικά κολλήματα.

Εκδόσεις ΘΥΜΑΡΙ
πρώτη έκδοση : 1991
162 σελίδες

Το "Λύσε μόνος σου τα προβλήματά σου" είναι ένα ενδιαφέρον βιβλίο. Μέσα απ'τις σελίδες του μπορεί κανείς να προβληματιστεί για πολλές πτυχές των διαπροσωπικών σχέσεων, αλλά και να αναγνωρίσει τον εαυτό του και τον περίγυρό του σε πολλές από τις καταστάσεις που περιγράφονται.

Τα παραδείγματα από παλαιότερους ασθενείς (αν είναι δόκιμος αυτός ο όρος) του συγγραφέα, δίνουν την απαραίτητη ζωντάνια και κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη (κάτι σαν τον διάλογο στα μυθιστορήματα!), βοηθώντας τον παράλληλα να αναγνωρίζει λεπτές αποχρώσεις σε διαφόρων ειδών ανθρώπινες συμπεριφορές, αφού διαβάζοντάς τις αποστασιοποιημένος, είναι σε θέση να τις εξετάσει με ψύχραιμη και καθαρή ματιά.

Το παράξενο με αυτό το βιβλίο είναι ότι κάνει κάτι που δεν θα περιμέναμε : προσπαθεί να διαλύσει διάφορους μύθους που έχουν δημιουργηθεί γύρω από την ψυχολογία, την ψυχοθεραπεία και τα ψυχολογικά προβλήματα, και που (φαίνεται να) ευνοούν/συντηρούν την ύπαρξη του συγκεκριμένου επαγγελματικού κλάδου. Πάντα με επιχειρήματα και παραδείγματα, προσπαθεί να κάνει τον αναγνώστη να αντιμετωπίζει ό,τι ζήτημα τον απασχολεί με μια λογική ματιά, χωρίς να γίνεται έρμαιο βαρύγδουπων ψυχολογικών θεωριών, ψυχοθεραπευτών που παρουσιάζονται ως παντογνώστες και ευπώλητων βιβλίων ψυχολογίας (συμπεριλαμβανομένων και των δικών του!).

Βέβαια, σε μερικά (ίσως αρκετά) σημεία έχω τις αντιρρήσεις μου. Κάποια επιχειρήματα που παρουσιάζονται δεν με έπεισαν απόλυτα και κάποια παραδείγματα που παρατίθενται δεν νομίζω πως τεκμηριώνουν επακριβώς τα όσα υποστηρίζονται. Όμως, ακόμα και από αυτά, κρατάω την πολύτιμη "τροφή για σκέψη" που μου προσέφεραν. Στο κάτω-κάτω, με ποιον άνθρωπο συμφωνούμε απόλυτα;

Σε γενικές γραμμές, το βιβλίο αυτό είναι γραμμένο τόσο απλά και κατανοητά, που διαβάζοντάς το, έχεις την ψευδαίσθηση ότι ακούς τον ίδιο τον συγγραφέα να σε συμβουλεύει! Διαβάζεται εύκολα και δεν είναι ανάγκη κάποιος να έχει κάποιο πρόβλημα για το διαβάσει - μπορεί απλώς να πάρει μια ιδέα για τις ανθρώπινες συμπεριφορές που συναντά καθημερινά (στην οικογένεια, στην εργασία, στις παρέες, κλπ).

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

"Οι μεταμορφώσεις της Νίνα Τοντ" - Lesley Glaister

Χαρακτηρίζεται ως αστυνομικό, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι τέτοιο. Σε αυτό το μυθιστόρημα κανένα έγκλημα δεν ψάχνει τον ένοχό του και κανένας αστυνομικός/ντετέκτιβ/δικηγόρος δεν λύνει αινίγματα. Ο χαρακτηρισμός 'ψυχολογικό θρίλερ' ίσως του ταιριάζει περισσότερο.

Παρακολουθούμε δυο ξεχωριστές πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις, της Νίνας και του Ρούπερτ, που εναλλάσσονται ανά κεφάλαιο, ενώ σποραδικά παρεμβάλλεται και μία άλλη, τριτοπρόσωπη αφήγηση, που αφορά στο παρελθόν (και φυσικά συνδέεται με τα όσα συμβαίνουν και πρόκειται να συμβούν).

Εκδόσεις : Μεταίχμιο (2010)
Μετάφραση : Αργυρώ Μαντόγλου
Αριθμός σελίδων : 384
Πρωτότυπο : Nina Todd has gone, Lesley Glaister

Η Νίνα Τόντ δεν είναι μια γυναίκα που την προσέχεις με την πρώτη ματιά -δεν θέλει άλλωστε να προσελκύει τα βλέμματα. Ζει μια ήσυχη ζωή: συνηθισμένη δουλειά, σταθερός δεσμός, χωρίς εξάρσεις. Η γνωριμία της με τον Ρούπερτ σε ένα ξενοδοχείο οδηγεί απλώς σε μια επιπόλαιη σχέση της μιας βραδιάς ή έτσι θέλει να πιστεύει η Νίνα. Ο Ρούπερτ όμως έχει διαφορετική γνώμη. Είναι απλώς το πάθος του για εκείνη που τον οδηγεί στο κατόπι της ή κάτι πιο βαθύ; Ποιος είναι ο Ρούπερτ και για ποιο ένοχο μυστικό της ζητά εκδίκηση; Ποια πραγματικά είναι η Νίνα Τοντ; 

Οι αφηγήσεις της Νίνας και του Ρούπερτ αφορούν σε δύο ξεχωριστές παράλληλες ιστορίες, που όπως είναι λογικό, κάποια στιγμή συνδέονται. Η γραφή είναι αρκετά αφαιρετική στα πρώτα κεφάλαια έως και την σύνδεση των δύο ιστοριών, η οποία λαμβάνει χώρα πολύ νωρίς στο βιβλίο. Αυτό είναι και το κομβικό σημείο. Από εκεί και πέρα η αγωνία μετριάζεται κατά πολύ και πλέον δεν υπάρχει κάτι συγκλονιστικό να ανακαλύψει ο αναγνώστης. Η πλοκή κυλάει αργά, χωρίς καθόλου ανατροπές και παρότι γενικά αποφεύγονται οι μακροσκελείς περιγραφές και οι φλυαρίες, η ιστορία θα μπορούσε να έχει ειπωθεί και σε αρκετά λιγότερες σελίδες. Τέλος, μου φάνηκε άστοχη η επιλογή του ελληνικού τίτλου (όχι πως ο αγγλικός είναι πολύ εύστοχος).



Κατά τη γνώμη μου είναι ένα μέτριο μυθιστόρημα, το οποίο δεν αντεπεξήλθε των (ομολογουμένως κάπως υψηλών) προσδοκιών μου. Διαβάζεται, αλλά μέχρι εκεί. Τίποτα το αξιομνημόνευτο.



Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

«Η Δίκη» - Franz Kafka

Ο Φραντς Κάφκα (1883-1924) δεν ολοκλήρωσε ποτέ αυτό το έργο και πιθανώς να μην είχε σκοπό να το ολοκληρώσει. Στο χειρόγραφό του που διεσώθη, περιλαμβάνονται δέκα ολοκληρωμένα κεφάλαια, κάποια ανολοκλήρωτα και μερικές παράγραφοι που ο ίδιος είχε διαγράψει.

Συγγραφέας : Φραντς Κάφκα
Εκδόσεις : Ελευθεροτυπία, 2006
Μετάφραση : Γιάννης Βαλούρδος
Σελίδες : 242
Πρωτότυπο : Der Prozess, 1925
Γλώσσα πρωτοτύπου : Γερμανικά

Ένα πρωί, ο τριαντάχρονος τμηματάρχης μια τράπεζας, Γιόζεφ Κ. συλλαμβάνεται στην πανσιόν όπου διαμένει, χωρίς προφανή λόγο και μαθαίνει πως θα παραπεμφθεί σε δίκη. Από εκείνη τη στιγμή αναλώνεται στο να συλλέξει πληροφορίες για το κατηγορητήριο, το δικαστήριο, τους δικαστές και να βρει τρόπο να υπερασπιστεί τον εαυτό του σε αυτή την (παράξενη, όπως αποδεικνύεται) δίκη.

***

«Κάποιος πρέπει να είχε διαβάλει τον Γιόζεφ Κ., γιατί ένα πρωινό, δίχως να κάνει τίποτα κακό, ήρθα και τον συνέλαβαν» είναι η εναρκτήρια πρόταση της Δίκης.

Πρόκειται για μια ελαφρώς σουρεαλιστική ιστορία, ενός ανθρώπου που συλλαμβάνεται, ανακρίνεται και περιμένει να παραπεμφθεί σε δίκη, δίχως όμως να του έχε γνωστοποιηθεί η κατηγορία που τον βαραίνει. «Μολονότι παίζω το ρόλο του κατηγορημένου, είναι αδύνατο να θυμηθώ το παραμικρό παράπτωμά που θα δικαιολογούσε τη δίωξή μου»
                                                                                                           
Το παράδοξο είναι πως ενώ αρχικά αδιαφορεί για την επικείμενη - αλλά χρονικά απροσδιόριστη - δίκη και εκφράζεται ειρωνικά για την όλη διαδικασία και τους ανθρώπους που την υπηρετούν, καθώς όλα είναι εντελώς έξω από τα συνηθισμένα και εντελώς παράλογα («Ο κατηγορούμενος δεν έχει δικαίωμα να διαβάσει τη δικογραφία», «Κατά κανόνα, ο συνήγορος δεν έχει το δικαίωμα να παρευρίσκεται στις ανακρίσεις»), με τον καιρό, κατά έναν παράξενο τρόπο, ο Κ. πείθει τον εαυτό του να μπει στη διαδικασία αυτή και να συμμετάσχει, με τον ρόλο που ερήμην τού έχει αποδοθεί, αυτόν του κατηγορουμένου. Αρχίζει να ασχολείται εντατικά με την υπόθεση και προσπαθεί να βρει διόδους προς την αθώωσή του, σε σημείο που παραμελεί τη δουλειά του και την προσωπική του ζωή.

Στην προσπάθειά του να βγει αλώβητος από αυτήν την περιπέτεια, είναι διατεθειμένος να καταφύγει σε κάθε λογής μεθόδους. Να κάνει τα γλυκά μάτια σε οποιαδήποτε γυναίκα βρεθεί στο διάβα του και θεωρεί πως μπορεί να του φανεί χρήσιμη, να ζητήσει συμβουλές από έναν φτωχό μεσήλικα με τον οποίο σε άλλη περίπτωση ούτε που θα καταδεχόταν να συνομιλήσει και να ζητήσει τη συνδρομή ενός άγνωστου και αρκετά περίεργου ζωγράφου.

Βέβαια, παρά τις όλες προσπάθειές του, ενδόμυχα, σιγά σιγά αποδέχεται την ενοχή του και αντιλαμβάνεται ότι είναι ανώφελο να παλέψει κόντρα στο δαιδαλώδες και παράλογο δικαστικό σύστημα που τον κατηγορεί.

Μέσα στα δέκα αυτά ολοκληρωμένα κεφάλαια παρατηρούμε όλες τις προσπάθειες που κάνει ο Κ. για μπορέσει να υπερασπιστεί το εαυτού ενάντια σε αυτήν την άγνωστη κατηγορία και ταυτόχρονα να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του στον περίγυρό του, αλλά και να μην αποδυναμωθεί η θέση του στην δουλειά του, όπου οι αντίπαλοι καραδοκούν να τον εκθρονίσουν. Επίσης βλέπουμε πώς επηρεάζεται η καθημερινότητά του από την όλη δοκιμασία, και πώς η ψυχολογία του και οι ελπίδες του ανεβοκατεβαίνουν από το ναδίρ στο ζενίθ ασταμάτητα.

Η αφήγηση είναι σε γ’ πρόσωπο, εστιασμένη πάντα στον Κ. Το ενδιαφέρον παραμένει αμείωτο καθόλη τη διάρκεια της ιστορίας, με τους κοφτούς αλλά συνάμα συμπυκνωμένους διαλόγους να παρεμβάλλονται σε καταλληλα σημεία. Τα διαδοχικά κεφάλαια δεν παρουσιάζουν σημαντική συνοχή (πιθανώς να μη προορίζονταν για την συγκεκριμένη αλληλουχία), αλλά αυτό δεν δυσκολεύει καθόλου την ανάγνωση.

Μετά το τέλος της ιστορίας, περιλαμβάνονται μερικά ημιτελή κεφάλαια, τα οποία κατά έναν περίεργο τρόπο, δεν έχουν σε τόσο έντονο βαθμό το αφαιρετικό και δυσοίωνο ύφος από το οποίο διακρίνονται τα δέκα ολοκληρωμένα. Επίσης, περιλαμβάνονται τρεις επίλογοι τριών εκδόσεων της Δίκης, από τον Μαξ Μπροντ. Στους επιλόγους αυτούς αναφέρει κυρίως του λόγους που τον ώθησαν να δημοσιεύσει τα έργα του Κάφκα, παρότι είχε την αντίθετη εντολή.

Να δώσω έναν πόντο στη μετάφραση, που είναι εξαιρετική.


Ιστορία της έκδοσης
Το χειρόγραφο της Δίκης διεσώθη από τον συγγραφέα και φίλο του, Μαξ Μπροντ, ο οποίος, ενάντια στην επιθυμία του ίδιου του Κάφκα, το επιμελήθηκε και το εξέδωσε. Η ρητή και γραπτή (με επιστολή προς τον Μπροντ) επιθυμία του Κάφκα ήταν να καούν όλα τα χειρόγραφά του που τυχόν θα διασώζονταν μετά τον θάνατό του, κατά προτίμηση χωρίς να διαβαστούν από κανέναν. Όμως ο Μπροντ δεν εκτέλεσε την επιθυμία του φίλου του και το 1925 εξέδωσε την Δίκη.

Φραντς Κάφκα
Μαξ Μπροντ
 
Προσωπική μου άποψη είναι ότι κακώς ο Μπροντ φάνηκε ανυπάκουος στην τελευταία επιθυμία του φίλου του και δημοσίευσε τα έργα του. Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν αυτό οφειλόταν σε προσωπική φιλοδοξία ή απόλυτη βεβαιότητα για την μεγάλη αξία και την σίγουρη αποδοχή αυτών των έργων, αλλά σε κάθε περίπτωση το κάθε έργο ενός δημιουργού αποτελεί μιας μορφής έκθεση του εαυτού του και εφόσον κάποιος δεν επιθυμεί να εκτεθεί, πρέπει αυτό να γίνεται σεβαστό – πολύ δε περισσότερο όταν μιλάμε για ανολοκλήρωτα έργα. Σεβασμός, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση, μάλλον, εξαντλήθηκε στην παρακάτω δήλωση του Μπροντ, αναφορικά με την επιμέλεια που χρειάστηκαν τα κείμενα προτού εκδοθούν : «Σεβαστήκαμε την  πρόθεση του συγγραφέα σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο του μυθιστορήματος»

***

Θα κλείσω με το αντιπροσωπευτικότερο, κατά τη γνώμη μου, απόσπασμα της Δίκης :
«Όσο λιγότερο προσελκύεις την προσοχή τους, τόσο το καλύτερο! Να συμπεριφέρεσαι σαν να μην υπάρχεις καθόλου, κι ας μην ταιριάζει καθόλου στο χαρακτήρα σου! Αυτός ο μεγάλος δικαστικός οργανισμός βρίσκεται μονίμως σε μια κατάσταση λεπτής ισορροπίας. Όταν κάποιος παίρνει την πρωτοβουλία να κάνει και την παραμικρότερη αλλαγή, το μόνο που καταφέρνει είναι να ταρακουνήσει το έδαφος κάτω από τα δικά του πόδια με κίνδυνο να γκρεμιστεί ο ίδιος, ενώ ο μεγάλος οργανισμός ξεπερνά εύκολα την ενόχληση, δημιουργώντας σ’ένα άλλο σημείο κάποιο αντιστάθμισμα, για να παραμείνει εντελώς αμετάβλητος. Ίσως μάλιστα γίνεται ακόμη πιο απρόσιτος, πιο προσεχτικός, αυστηρός και επίβουλος.»



Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2012

Περί λογοτεχνικών διαγωνισμών

Πρόσφατα ανακάλυψα τον θεσμό των διαδικτυακών διαγωνισμών γραφής και κάνοντας μια μικρή έρευνα γύρω απ'το αντικείμενο, ανακάλυψα πως διεξάγονται αρκετοί και για όλα τα γούστα : διήγημα, ποίηση, στιχουργική, άρθρο. Μου φαίνεται μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να στρώνεται κάποιος να γράφει, παρά τις καθημερινές υποχρεώσεις, καθότι μπορούν να λειτουργήσουν σαν ένα μέσο πίεσης που δεν σε αφήνει να τεμπελιάσεις ή να αφεθείς στη δικαιολογία που σου προφέρει η ρουτίνα της καθημερινότητας.


Η προθεσμία που τίθεται για την αποστολή των συμμετοχών είναι συνήθως ικανοποιητική (τουλάχιστον δύο μήνες από τη μέρα δημοσίευσης) και το θέμα ποικίλει (κάποιες φορές άπτεται της επικαιρότητας, κάποιες φορές είναι ελεύθερο, κλπ). Ανάλογα με τον διαγωνισμό, οι καλύτερες συμμετοχές εκδίδονται σε συλλογές (διηγημάτων, ποιητικές συλλογές, κτλ) ή δημοσιεύονται σε κάποια ιστοσελίδα/εφημερίδα. Επίσης, κάποιες φορές γίνεται και μια εκδήλωση για την απονομή βραβείων στους νικητές.

Εδώ να επιστήσω την προσοχή, διότι κάποιες φορές απαιτείται καταβολή ενός χρηματικού ποσού (όχι ιδιαίτερα μεγάλου) για τη συμμετοχή, για να καλυφθούν τα έξοδα έκδοσης ή της εκδήλωσης. Προσωπικά είμαι αντίθετος στην συμμετοχή επί πληρωμή, καθότι οι συμμετέχοντες χωρίς να (αποσκοπούν σε κάποιο έπαθλο, γιατί δεν υπάρχει) κοπιάζουν για να στείλουν ένα έργο, το οποίο πιθανώς και να εκδοθεί, μη αποδίδοντάς όμως κανένα ποσοστό επί των εσόδων στους δημιουργούς.
Βέβαια, τα έσοδα αυτά είναι ελάχιστα - για την ελληνική αγορά μιλάμε!- και επιπλέον όλοι σχεδόν οι συμμετέχοντες είναι ερασιτέχνες, με συνέπεια να ενδιαφέρονται για το κέρδος που θα έχουν από την αναφορά του ονόματός τους στους λογοτεχνικούς κύκλους, και όχι για τα ελάχιστα ποσοστά (και ορθώς, λέω εγώ).

Και επειδή όσοι ασχολούνται με τη γραφή ονειρεύονται μια μέρα να εκδώσουν κάτι δικό τους, οι εν λόγω διαγωνισμοί μπορούν να αποτελέσουν μια πρόβα για την επαγγελματική συγγραφή, όσον αφορά την πίεση που πιθανώς να υφίσταται ο επαγγελματίας συγγραφέας. Πίεση από τον εκδότη για προθεσμίες ή την πιεστική (έως και εκβιαστική σε μερικές περιπτώσεις) προτροπή "γράψε κάτι έτσι ή αλλιώς για να είναι πιο εμπορικό/για να ταιριάζει στο ύφος του εκδοτικού οίκου, κλπ.

Προσωπικά, αποφάσισα να προσπαθώ να λαμβάνω μέρος σε όσο περισσότερους τέτοιους διαγωνισμούς μπορώ - εάν φυσικά, μου εμπνέει κάποιο ενδιαφέρον το εκάστοτε θέμα.

Όποιος ενδιαφέρεται, μπορεί να ενημερώνεται για τους ενεργούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, από τις ιστοσελίδες 24 γράμματα και αποστακτήριο.


Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012

"Το Τέρας" - Π. Βαλέε και Μ. Σγιεβάλ


Με αφορμή την μεγάλη εκδοτική και εμπορική αποδοχή που γνωρίζουν τα σκανδιναβικά αστυνομικά μυθιστορήματα το τελευταίο διάστημα, σκέφτηκα να αναφερθώ σε κάτι παρεμφερές.

Το Τέρας (Den vedervärdige mannen från Säffle)

Συγγραφείς : Π. Βαλέε (Per Wahlöö) και Μ. Σγιεβάλ (Maj Sjöwall)
Εκδόσεις : Γράμματα
Γλώσσα πρωτοτύπου : Σουηδικά
Μετάφραση : Αγγελική Τατάνη
Σελίδες : 221


Καθώς ο επιθεωρητής τη αστυνομίας, Στιγκ Νύμαν, νοσηλεύεται, υποφέροντας από μια βαριά ασθένεια, ένας άγνωστος εισβάλλει στο δωμάτιο του νοσοκομείου και τον δολοφονεί με μια ξιφολόγχη. Ο αστυνόμος Μάρτιν Μπεκ θα αναλάβει να εξιχνιάσει την υπόθεση, με τη συνδρομή του βοηθού του, Έιναρ Ρεν.


Καθώς αγόραζα το βιβλίο, είχα την εντύπωση ότι επρόκειτο για ένα ακόμη αστυνομικό σκανδιναβικό μυθιστόρημα, από αυτά που έχουν κατακλύσει την αγορά. Με μεγάλη μου έκπληξη, όμως, διαπίστωσα ότι πρόκειται για ένα αστυνομικό που γράφτηκε πριν σαράντα χρόνια, γεγονός που μου αύξησε την περιέργεια να το διαβάσω.

Το "Τέρας" είναι γραμμένο από τον Π. Βαλέε, και την σύντροφό του, Μ. Σγιεβάλ (δεν ξέρω αν η ελληνοποίηση των ονομάτων είναι ακριβής-έτσι αναφέρονται στο βιβλίο) το 1970. Το λογοτεχνικό αυτό δίδυμο έγραψε συνολικά δέκα αστυνομικά μυθιστορήματα, με κεντρικό ήρωα τον αστυνόμο Μάρτιν Μπεκ και το συγκεκριμένο είναι το έβδομο κατά σειρά.

Πρόκειται για ένα στρωτό μυθιστόρημα, με την ιστορία να ρέει φυσικά, χωρίς κενά ή άλματα. Ο διάλογος χρησιμοποιείται εκεί που χρειάζεται, για να ξεκουράζει τον αναγνώστη και να προχωράει η ιστορία. Ακολουθείται η τυπική φόρμα του αστυνομικού : διαπράττεται το έγκλημα, οι αστυνομικοί ειδοποιούνται και ξεκινά το ψάξιμο στη ζωή του θύματος για εύρεση εχθρών και φίλων, με την ελπίδα να βρεθεί κάποιο κίνητρο και τελικά ο δράστης.

Οι περισσότεροι ήρωες σκιαγραφούνται ικανοποιητικά, αλλά το παράδοξο είναι ότι  δεν συμβαίνει το ίδιο και για τον κεντρικό ήρωα (ο οποίος όμως λογικά έχει ήδη σκιαγραφηθεί στα προηγούμενα βιβλία της σειράς και το κοινό "έχει ήδη γνωριστεί" μαζί του).

Αξιοσημείωτο, επίσης, είναι ότι κινείται στα επίπεδα της σύγχρονης αστυνομικής λογοτεχνίας, έχοντας δύο κοινά χαρακτηριστικά με τους "απογόνους του".
Πρώτον, αποφεύγει τις μακροσκελείς και λεπτομερείς περιγραφές, τόσο προσώπων όσο και τοπίων και δίνεται έμφαση στην πλοκή.
Δεύτερον, η διαδικασία ανεύρεσης του ενόχου περνάει διακριτικά σε δεύτερο πλάνο, καθώς το όλο βιβλίο φαίνεται να είναι μία στηλίτευση της διαφθοράς και της αυθαιρεσίας της αστυνομίας. Με άλλα λόγια, το έγκλημα χρησιμοποιείται απλώς ως μέσο για την ανάδειξη και τον σχολιασμό κοινωνικών προβλημάτων της εποχής.

Το μειονέκτημα που εντόπισα, είναι η απροειδοποίητη διαδοχική αλλαγή οπτικής γωνίας κατά τα τελευταία κεφάλαια, με σκοπό να περιγραφούν οι παράλληλες σκηνές που εκτυλίσσονται σε διαφορετικά σημεία της πόλης ταυτόχρονα. Δεδομένου ότι στο υπόλοιπο βιβλίο χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά η οπτική γωνία του πρωταγωνιστή, Μάρτιν Μπεκ, ο αναγνώστης δυσκολεύεται λίγο να αντιληφθεί την αλλαγή αυτή.
Επίσης, είναι κουραστικό και λίγο περίεργο να αναφέρεται διαρκώς ο κεντρικός ήρωας με ολόκληρο το ονοματεπώνυμό του (Μάρτιν Μπεκ), αλλά αφήνω ένα μικρό παράθυρο αυτό να οφείλεται σε αναντιστοιχία κάποιας φράσης της σουηδικής γλώσσας με την ελληνική και αυτή να ήταν η βέλτιστη λύση κατά τη μετάφραση.

Σε γενικές γραμμές είναι ένα ευχάριστο ανάγνωσμα, που διαβάζεται εύκολα και γρήγορα λόγω των 200 περίπου σελίδων του. Προσωπικά, σίγουρα θα ψάξω και τα υπόλοιπα που κυκλοφορούν από το δίδυμο αυτό.


Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

Δωρεάν ψηφιακά βιβλία (free e-books)

 Τον τελευταίο καιρό έχει αρχίσει να αναπτύσσεται σημαντικά το φαινόμενο του ψηφιακού βιβλίου. Και πιο συγκεκριμένα, της δωρεάν διανομής του ψηφιακού βιβλίου μέσω του διαδικτύου. Πολλοί, ανερχόμενοι και άγνωστοι ακόμα στο ευρύ κοινό, συγγραφείς μας επιτρέπουν να διαβάσουμε εντελώς δωρεάν τις συγγραφικές τους απόπειρές, μέσω της ιστοσελίδας/ιστολογίου τους. Μόνο με ένα download μπορούμε να έχουμε στον υπολογιστή μας άκρως ενδιαφέροντα αναγνώσματα διαφόρων ειδών.

Προσωπικά, είμαι υπερ αυτής της κίνησης, αλλά ας δούμε μερικές ερωτήσεις που θα έκανε ένας υποθετικός πολέμιός της και τι απαντήσεις θα έδινα εγώ, ώστε να σχηματίσουμε μια πρώτη άποψη.

Ερ. Καλά, αφού είναι άγνωστοι γιατί να τους διαβάσω;

Απ. Γιατί όλοι πριν γίνουν γνωστοί, άγνωστοι ήταν. Από κάπου ξεκινάνε όλοι προτού τους μάθει η βιβλιοφιλική κοινότητα. Δώσε τους μια ευκαιρία - πού ξέρεις, μπορεί και να σε πείσουν.

Ερ. Για να είναι δωρεάν, μάλλον πατάτες θα είναι...

Απ. Αυτή είναι η στιγνή μετάφραση του "ό,τι πληρώνεις παίρνεις", πράγμα που δεν ισχύει πάντα. Θα ίσχυε σε μια ιδεατή κοινωνία, αλλά στην παρούσα δεν ισχύει.
Το ότι είναι δωρεάν είναι επιλογή του συγγραφέα και προφανώς έχει να κάνει με την ευκολότερη προώθηση της γραφής του και των ιδεών του. Όπως και να'χει, εσύ δεν έχεις τίποτα να χάσεις. Διαβάζεις κάτι χωρίς χρηματικό αντίτιμο, σαν μια δοκιμή και χωρίς να είσαι αναγκασμένος να κάνεις αμφίβολης κατάληξης επιλογές στο βιβλιοπωλείο, με κίνδυνο να κλαις τα ευρώ σου.
Οι συγγραφείς, από την άλλη, πάνω σε αυτό δομούν την αυτο-προώθηση και προβολή τους. Ξέρουν ότι δύσκολα κάποιος θα αφιερώσει χρόνο για να διαβάσει έναν άγνωστο, πόσο μάλλον να αγοράσει και βιβλίο του. Έτσι προσπαθούν να προσελκύσουν αναγνώστες (εν δυνάμει αγοραστές, όταν με το καλό καταφέρουν να εκδοθούν σε χάρτινη έκδοση)
Στο κάτω-κάτω μια τακτική του marketing είναι κι αυτή : σου δίνουν το πρώτο κομμάτι δωρεάν και αν σου αρέσει θα πρέπει να πληρώσεις για τα επόμενα.

Ερ. Για να είναι ψηφιακά βιβλία και όχι χάρτινα, πάει να πει ότι δεν αξίζουν και γι'αυτό κανείς δεν τα εκδίδει.

Απ. Αυτό δεν είναι πάντα αλήθεια. Σαφώς και υπάρχουν περιπτώσεις που κάποιο βιβλίο απερρίφθη από εκδοτικούς οίκους και για να μην μείνει στο συρτάρι ο συγγραφέας αποφάσισε να το διαδώσει μέσω του διαδικτύου (βέβαια αυτό πολύ δύσκολα θα το παραδεχτεί κάποιος, καθότι αντίκειται στον ανθρώπινο εγωισμό). Όμως αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει και χαμηλότερη ποιότητα γραφής. Σήμερα, οι εκδοτικοί οίκοι εκδίδουν με πολύ περισσότερη φειδώ απ'ό,τι παλαιότερα. Άρα το γεγονός ότι ένα βιβλίο απερρίφθη δεν το κάνει αυτομάτως σκουπίδι, διότι υπάρχουν διάφοροι λόγοι για τους οποίους μπορεί να γνώρισε την απόρριψη (π.χ. δεν ήταν στα top5 που δέχτηκε ο οίκος τη συγκεκριμένη χρονιά, ο συγγραφέας δεν θα "πουλήσει", το είδος συγκεκριμένο είναι κορεσμένο, ή ακόμα και διαφωνία για τους όρους έκδοσης όπως ποσοστά/διανομή/προώθηση).
Υπάρχουν, βέβαια, και οι περιπτώσεις όπου συνειδητά κάποιος διανέμει σε ψηφιακή μορφή το βιβλίο του χωρίς καν να προσπαθήσει να το εκδόσει. Μπορεί να μην τον ενδιαφέρει να μπει στην ψυχοφθόρα διαδικασία μαζικής υποβολής χειρογράφων και πιθανής συλλογής απορρίψεων, μπορεί να ενδιαφέρεται μόνο για ευρεία ανάγνωση - και τι καλύτερο απ’το διαδίκτυο; Ή μπορεί ακόμα να το κάνει κι από οικολογική συνείδηση!

Η πρόσφατη έκρηξη της διανομής δωρεάν e-books μόνο καλό μπορεί να κάνει στα λογοτεχνικά πράγματα. Η δυνατότητα έκφρασης δίνεται πλέον σε πολύ περισσότερους από ό,τι παλαιότερα, χωρίς να χρειάζεται η μεσολάβηση/έγκριση εκδοτικών οίκων. Η ευκαιρία για ανάγνωση, επίσης, δίνεται σε πολύ περισσότερους, καθώς πλέον για πολλούς αποτελεί πολυτέλεια να πληρώσουν το ζητούμενο αντίτιμο για να πάρουν ένα βιβλίο.


Κλείνοντας, θα παραθέσω τους συνδέσμους για μερικά δωρεάν e-books (από το openbook.gr μπορείτε να βρείτε περισσότερα), για νας σας κεντρίσω το ενδιαφέρον και να το ψάξετε περισσότερο :