Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

Δύο νουβέλες του Saul Bellow

Σε αυτό το τεύχος της συλλογής βραβείων Νόμπελ περιλαμβάνονται δύο νουβέλες του Saul Bellow (1915-2005).

εκδ. Καστανιώτη-FAQ (2010) – σελ. 206
μτφρ. Β. Καλλιπολίτης & Κ. Αγγελάκη-Ρουκ

Η πρώτη είναι «Η μοναδική», μία νουβέλα εσωτερικότητας και ενδοσκόπησης, η οποία περιστρέφεται γύρω από τον Χάρυ Τρέλμαν, έναν άνθρωπο που έχει ιδιαιτέρως οξυμένη την αίσθηση της παρατηρητικότητας και προσφέρει τις συμβουλές του για διάφορα ζητήματα της ζωής σε έναν δισεκατομμυριούχο. Το κυριότερο, όμως, είναι ότι ξανασυναντά μετά από δεκαετίες την παλιά αγαπημένη του, Έιμυ, η οποία έχει προσληφθεί ως εκτιμήτρια από τον μεγιστάνα. Έτσι, ο Χάρυ αναλογίζεται τα γεγονότα που συνέβησαν ανάμεσα σε κείνον και την Έιμυ, τον πρώην άντρα της και καλύτερό του φίλο, τη μητέρα του.

Η «Μοναδική» δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε. Βρήκα ενδιαφέρουσα μεν την αφηγηματική τεχνική, που ανακατεύει απροειδοποίητα τις μύχιες σκέψεις με την πραγματικότητα και το παρόν με το παρελθόν, αλλά η έλλειψη πλοκής και το βάρος που δίνεται σε συναισθήματα και μπερδεμένες αναμνήσεις του Χάρυ, με άφησαν με μια χλιαρή αίσθηση.


Αντίθετα, μου άρεσε αρκετά η δεύτερη νουβέλα, «Άδραξε τη μέρα».
Ο Τόμυ Ουίλχελμ δεν δείχνει να τα έχει καταφέρει πολύ καλά στη ζωή του. Άνεργος, χωρισμένος (με την γυναίκα του να τον απομυζεί, προφασιζόμενη την ανατροφή των δύο αγοριών τους), σε αθλία οικονομική κατάσταση, με άσχημη σχέση με τον πατέρα του και ανύπαρκτη σχέση με την αδερφή του. Μοιάζει απεγνωσμένος και τελικά καταντά έρμαιο στις κομπίνες ενός κομπογιαννίτη ψυχολόγου.

Ο Τόμυ δίνει την αίσθηση ενός ανώριμου και αφελούς ανθρώπου, αλλά δεν είναι έτσι. Παρότι έκανε πολλές επιπόλαιες επιλογές κατά το παρελθόν, έχει συνειδητοποιήσει τα λάθη του και προσπαθεί να βρει τρόπο να ορθοποδήσει. Ζητά επανειλημμένως συμπαράσταση από τον πατέρα του, όμως εκείνος επιμένει να τον επιπλήττει αυστηρά για τα σφάλματά του και αρνείται πεισματικά να τον βοηθήσει (ηθικά και οικονομικά) - αν και στους ξένους συνεχώς υπερηφανεύεται για τον «επιτυχημένο» γιο του. Έτσι ο Τόμυ εμπιστεύεται τις λιγοστές οικονομίες του στον απατεώνα (ο οποίος υπόσχεται ότι θα τις πολλαπλασιάσει στο χρηματιστήριο) παρόλο που κι ο ίδιος υποπτεύεται ότι κάτι δεν πάει καλά.

Εδώ, ο Bellow θίγει μια σειρά από ακανθώδη ζητήματα, όπως η ανωριμότητα των επιλογών, η δύναμη του χρήματος, οι διαφορετικές οπτικές παιδιών-γονέων, η επιδειξιομανία, η οικογενειακή θαλπωρή και τονίζει την ανάγκη για κατανόηση και συμπαράσταση που έχει ανάγκη ο οποιοσδήποτε και που αν δεν τα βρει από τους οικείους του, τότε μπορεί να στραφεί οπουδήποτε και γίνεται ευάλωτος σε ποικίλες κακοτοπιές.


Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

«Η πανούκλα» - Albert Camus

Διάβασα την Πανούκλα από μια παλιά έκδοση της Άγκυρας (1972, μτφρ. Δημ. Ζορμπαλάς), η οποία είχε εμφανή επάνω της τα σημάδια των δεκαετιών και μαρτυρούσε πως κάμποσοι αναγνώστες γεύτηκαν το εξαίσιο αυτό έργο του Camus.



Δεκαετία του 1940 στο Οράν, μια πόλη στις ακτές της Αλγερίας. Οι κάτοικοί του ζουν μια συνηθισμένη καθημερινότητα, όταν, ξαφνικά και εν μέσω της άνοιξης, ένα περίεργο φαινόμενο κάνει την εμφάνισή του : ποντίκια αρχίζουν να ψοφάνε σωρηδόν σε κάθε σημείο της πόλης. Σιγά-σιγά, όλοι θα καταλάβουν ότι πρόκειται για αυτό που εξαρχής φαντάστηκαν αλλά δεν ήθελαν να παραδεχτούν. Πανούκλα. Έκτακτα μέτρα επιβάλλονται από τις Αρχές, με το σκληρότερο να είναι ο αποκλεισμός της πόλης. Κανείς δεν μπορεί να φύγει από το Οράν πλέον.

Την ιστορία διηγείται ο «αφηγητής», ένας κάτοικος που έζησε από μέσα το Οράν τον καιρό της πανούκλας και, σε μορφή χρονικού, παραθέτει γεγονότα που είδε και άκουσε τότε. Η αφήγηση αυτή περιστρέφεται γύρω από τον γιατρό Μπερνάρ Ριέ, ο οποίος λόγω του επαγγέλματός του, εμπλέκεται ενεργά στα όσα διαδραματίζονται στην πόλη κατά την περίοδο της επιδημίας.

Το μυθιστόρημα αυτό (που πρωτο-εκδόθηκε το 1947) αποτελεί μια αριστουργηματική δυστοπία. Μέσα σε ένα κλίμα ασφυκτικού εγκλεισμού και συνεχιζόμενης απειλής, που οδηγεί σε μια γενικευμένη θλίψη, δυστυχία, αλλά και μια προσμονή για απελευθέρωση, ο Camus απογυμνώνει άριστα τον ανθρώπινο ψυχισμό και ξεσκεπάζει μια σειρά από -συχνά αθέατα- συναισθήματα και αντιδράσεις. Με μια ζηλευτή λυρικότητα και συνάμα με έναν καθηλωτικό ρεαλισμό, ορμώμενος από κάθε φάση του κύματος της αρρώστιας και την αντίστοιχη αντιμετώπιση των πολιτών, παρατηρεί και περιγράφει μια γκάμα αισθημάτων όπως η άρνηση, η αποδοχή, ο πόνος, ο χωρισμός, η αλληλεγγύη, ο εγωισμός, ο έρωτας, η υπομονή, η ελπίδα, η αισιοδοξία και η αποφασιστικότητα – στην αρχετυπική τους μορφή, έτσι που ως έμφυτα ένστικτα ξεπηδάνε υπό την απειλή της συλλογικής καταστροφής.


Ένα θετικό χαρακτηριστικό του έργου είναι ότι δεν επικεντρώνεται υπερβολικά σε συγκεκριμένους ήρωες, αγνοώντας τους υπολοίπους. Αντιθέτως, παρότι ακολουθεί διακριτικά δυο-τρία άτομα, ο αφηγητής πάντοτε έχει κατά νου να περιγράφει τι συμβαίνει στο σύνολο του πληθυσμού, καθώς ο σκοπός του χρονικού είναι να καταγράψει τα συμβάντα και την τροπή που πήρε η καθημερινότητα των πολιτών εν γένει.

Αυτό που μου έκανε εντύπωση, είναι πως ο αφηγητής κατά κάποιον τρόπο κατηγορεί τους κατοίκους του Οράν, οι οποίοι «δουλεύουν πολύ, μα πάντα για να πλουτίσουν» και «ενδιαφέρονται, ιδίως, για το εμπόριο, κι ασχολούνται πρώτα-πρώτα με το να κλείνουν δουλειές» και δίνει την αίσθηση πως άξιζαν αυτό που μετέπειτα έπαθαν. Στις πρώτες κιόλας σελίδες μας προκαταβάλει με την κάπως αρνητική του γνώμη για τους συμπολίτες του (υπονοώντας πως η πανούκλα που έπληξε την πόλη ήταν ενός είδους νέμεση), θεώρηση όμως που δεν υιοθετεί και στη συνέχεια, όπου με μια σχετική συμπάθεια τους μνημονεύει.

Πολλές είναι οι ερμηνείες που μπορούν να δοθούν σε μια τέτοια δυστοπία. Σύμφωνα με κάποιες από αυτές, ο Camus, με την πανούκλα αναπαριστά τη λαίλαπα του Β’ παγκοσμίου πολέμου. Μια πιο σύγχρονη, επίσης ταιριαστή ερμηνεία, θα ήταν η αντιστοίχιση της πανούκλας με την θηριώδη οικονομική κρίση που πλήττει στον ευρωπαϊκό νότο, καθώς παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά της συλλογικής συμφοράς, μέσα στην οποία παρατηρούμε αντιστοίχως μια μεγάλη γκάμα από ανθρώπινους χαρακτήρες και συμπεριφορές. Βέβαια, ποικίλες ερμηνείες μπορούν να δοθούν, ανάλογα με την κατάσταση μέσα στην οποία βρίσκεται ο εκάστοτε αναγνώστης.

Υπάρχουν πολλά αποσπάσματα που θα ήθελα πα παραθέσω, αλλά μιας και το έχει ήδη κάνει εξαιρετικά το blog Αποστακτήριο Λέξεων εδώ και εδώ, θα αρκεστώ στην τελευταία παράγραφο :
Ακούγοντας, πραγματικά, τις χαρούμενες κραυγές που έρχονταν απ’την πόλη, ο Ριέ θυμόταν πως αυτή η χαρά απειλιόταν πάντα. Γιατί ήξερε πως αυτό το πλήθος αγνοούσε, […] πως ο βάκιλλος της πανούκλας δεν πεθαίνει κι ούτε εξαφανίζεται ποτέ, πως μπορεί ν’αποκοιμηθεί, δεκάδες χρόνια […] και πως θα’ρχοταν ίσως η μέρα, που για συμφορά και διδαχή των ανθρώπων, η πανούκλα θα ξαναξυπνούσε τα ποντίκια της, και θα τα έστελνε να ψοφήσουν σε μιαν ευτυχισμένη πόλη.


Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

«Η θεία Δίκη» - Πέτρος Κουμπλής

Πολύ ευχάριστη έκπληξη το μυθιστόρημα του ραδιοφωνικού παραγωγού Π. Κουμπλή.


εκδ. Καστανιώτη - σελ. 204


Κεντρικός ήρωας και αφηγητής είναι ο τηλεοπτικός παρουσιαστής Ρου-Ρου (παρατσούκλι που του κόλλησαν καθώς ονομάζεται Ρούσσος Ρούσσος). Κύριό του χαρακτηριστικό είναι η υπέρμετρη φιλοδοξία. Φιλοδοξία για τη μεγάλη καριέρα αλλά και για την αναγνωρισιμότητα και τη φήμη που συνεπάγονται. Τίποτα πέρα από τη φήμη δε μετράει γι αυτόν. Αλαζόνας, εγωιστής και χαιρέκακος, θεωρητικά δεν έχει ούτε ένα στοιχείο που τον κάνει συμπαθή. Κι όμως, κατά έναν τρόπο που δεν μπορώ να προσδιορίσω, σε κάνει να ταυτιστείς ως έναν βαθμό μαζί του, συμμεριζόμενος το άγχος του να πετύχουν οι μηχανορραφίες του και να ανελιχθεί σε βάρος των άλλων.

Όλα αυτά τα (αρνητικά) χαρακτηριστικά του ήρωα -που προφανώς είναι μια μίξη των χαρακτηριστικών που παρουσιάζουν πολλοί τηλεοπτικοί αστέρες- πλαισιώνονται εξαιρετικά από το πρωτότυπο ύφος που υιοθετεί ο συγγραφέας μέσα από την αφήγηση του Ρου-Ρου. Καυστικός, οξύς και ωμός, δε χαρίζει κάστανο και δε χάνει με τίποτα την ευκαιρία να χλευάσει τα κακώς κείμενα του χώρου των media αλλά και τις κοινωνικές συμβάσεις που έχουν καταπνίξει με κλισέ την καθημερινότητά μας.

Οι ατάκες πέφτουν με καταιγιστικό ρυθμό και άλλοτε σου προκαλούν ευθυμία (έως και γέλιο κάποιες φορές) κι άλλοτε πάλι μια στιγμιαία αμηχανία, βλέποντας να θίγονται οξύτατα και απροκάλυπτα μερικές τυποποιημένες συμπεριφορές που συναντάς καθημερινά και που συχνά μεταχειρίζεσαι κι εσύ.

Μου άρεσε πολύ η επιλογή του τέλους της ιστορίας, που δεν συμβαδίζει μεν με το συνολικό ύφος, αλλά μέσα από το οποίο δίδεται τροφή για σκέψη – η οποία τελικά αποδεικνύεται πως ήταν υποβόσκουσα σε όλο το μυθιστόρημα, αλλά είναι στο τέλος που κάνει εντονότερη την παρουσία της.

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

«Φόνος στο Πανεπιστήμιο» - Batya Gur

Αυτό το αστυνομικό μυθιστόρημα έρχεται από το Ισραήλ, γράφτηκε από την κριτικό Λογοτεχνίας, Batya Gur (1947-2005) και πρωτο-εκδόθηκε το 1993.

 εκδ. Περίπλους - σελ. 524

Το μυθιστόρημα, κινείται μέσα στα κλασικά όρια του αστυνομικού : έγκλημα, αρκετοί ύποπτοι, ανακρίσεις, αλήθειες και ψέματα, άλλοθι, και τελικά επέρχεται η λύση.
Η ιστορία έχει ως εξής : μέσα σε διάστημα δυο ημερών, δολοφονούνται δύο μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας του τμήματος Λογοταχνίας του Πανεπιστημίου της Ιερουσαλήμ. Ο ένας από τους δύο, μάλιστα, είναι ο διάσημος κριτικός ποίησης αλλά και σπουδαίος ποιητής, Σαούλ Τιρός. Ο αρχιεπιθεωρητής Μιχαέλ Οχαγιόν τίθεται επικεφαλής της ομάδας έρευνας των δύο αυτών υποθέσεων.

Η επίγευση τούτου του βιβλίου είναι ευχάριστη. Παρότι πολυσέλιδο, δεν κουράζει, και είναι άκρως ενδιαφέρουσα η ματιά στην ακαδημαϊκή κοινότητα και στον κόσμο της διανόησης. Η αστυνομική πλοκή είναι άρτια δομημένη, με στοιχεία να αποκαλύπτονται προοδευτικά και να στρέφουν τις υποψίες του αναγνώστη σε διαφορετικό ύποπτο συνεχώς. Επίσης, οι αναφορές σε τεχνικές ποίησης και κριτικής Λογοτεχνίας προσδίδουν έναν (πάντοτε καλοδεχούμενο) βιβλιοφιλικό χαρακτήρα.
Θα το ήθελα να δίνει βαρύτητα σε περισσότερους χαρακτήρες – αφού εισήγαγε αρκετούς υπόπτους αλλά επικεντρώνεται σε λίγους μόνο απ’αυτούς – αλλά αυτό είναι μόνο ένα μικρό μειονέκτημα που δεν είναι ικανό να αλλοιώσει τη θετική μου γνώμη, τελικά.
 
Πολύ ευχάριστη έκπληξη ο κεντρικός ήρωας, αρχιεπιθεωρητής Οχαγιόν, ο οποίος δεν είναι ο κλισέ τύπος του αστυνομικού, αλλά ούτε και καταλήγει (προσπαθώντας να μη γίνει κλισέ)  στο ακριβώς αντίθετο άκρο του γλυκανάλατου και άμεμπτου οικογενειάρχη. Είναι ένας άνθρωπος με τα θετικά του και αρνητικά του, και αυτό που μου άρεσε σε αυτόν είναι οι πρότερες σπουδές του στη Λογοτεχνία και η αγάπη του για τα Γράμματα, που έχουν αποτέλεσμα να θαυμάζει απεριόριστα αλλά και ταυτίζεται με τους (υπόπτους) καθηγητές στη διάρκεια των ερευνών, και κατά συνέπεια η κρίση του σε κάποιον βαθμό να επηρεάζεται.



Εντός του βιβλίου βρήκα μια ένα μικρό ερωτηματολόγιο (απαντητική επιστολή) από τις εκδόσεις, που ζητάει τη γνώμη μας αναφορικά με το βιβλίο, με ερωτήσεις σχετικά με την εμφάνιση, το εξώφυλλο, τη μετάφραση, την τιμή, κ.α. Επειδή δεν ξέρω ακόμη αν θα το στείλω, ας γράψω εδώ μερικά στοιχεία :

Σχήμα βιβλίου : Καλό
Εξώφυλλο : Πολύ ωραίο
Μετάφραση : Καλή, αλλά είχε μικρά περιθώρια βελτίωσης
Μορφή γραμμάτων : Μεγάλη! Θα έπρεπε τα γράμματα να ήταν μικρότερα. Επίσης κακώς, κατά τη γνώμη μου, χρησιμοποιούνται τα εισαγωγικά “ “ (που είναι πολύ κουραστικά για τον αναγνώστη) αντί για τα « ».
Διάταξη κειμένου : Προβληματική. Δεν αλλάζει παράγραφος στους διαλόγους ή σε άλλα σημεία που θα έπρεπε ν’αλλάζει.
Γλώσσα/σύνταξη : Βρήκα κανα δυο ορθογραφικά λαθάκια. Επίσης, λείπει πολύ συχνά το απαραίτητο κόμμα, με αποτέλεσμα δυο προτάσεις  να διαβάζονται (λανθασμένα) σαν μια και να δημιουργούν σύγχυση.
Πλοκή : Πολύ καλή
Τίτλος : Πολύ καλός (εντάξει, με τράβηξε το «Πανεπιστήμιο» στον τίτλο)
Οπισθόφυλλο : Πολύ καλό

Πολύ καλή κίνηση, που δείχνει ένα ενδιαφέρον από τον εκδοτικό οίκο να αφουγκραστεί το αναγνωστικό κοινό και καλό θα είναι να το εφαρμόσουν όλες οι εκδόσεις.


Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

«Εκτός εαυτού» - Catherine Sampson

Αγόρασα το βιβλίο αυτό κάπως βιαστικά, παρασυρμένος από την προσφορά του βιβλιοπωλείου, που είχε το πρώτο και το δεύτερο βιβλίο της Catherine Sampson σε καλές τιμές. Τελικώς αποδείχτηκε ατυχής επιλογή, καθώς πριν μερικούς μήνες που διάβασα το πρώτο, δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα.

 εκδ. Μελάνι (2007) - σελ. 405
μτφρ. Χίλντα Παπαδημητρίου

Η Ρόμπιν Μπαλαντάιν, δημοσιογράφος και single mother δύο τρίχρονων, ξεκινά μια έρευνα για την εξαφανισθείσα πολεμική ανταποκρίτρια, Μέλανι. Την έρευνά της, όμως, εμποδίζουν ψεύτικες μαρτυρίες, μυστικά που κάποιοι πασχίζουν να κρατήσουν στην αφάνεια, αντιρρήσεις από τα αφεντικά της, αλλά και η μόνιμη έγνοια για τα παιδιά και την οικογένειάς της.

Το «Εκτός εαυτού» είναι η συνέχεια της «Πτώσης στο κενό». Στο πρώτο μυθιστόρημα, η Ρόμπιν κατηγορήθηκε άδικα για έναν φόνο, αλλά μετά από ψυχοφθόρες προσπάθειες κατάφερε και απέδειξε την αλήθεια. Τώρα, στα πλαίσια της εκπομπής της (του τύπου Φως στο τούνελ) ερευνά για το τι απέγινε η συνάδελφός της, Μέλανι. Είναι ακόμη ζωντανή ή νεκρή; Έφυγε με τη θέλησή της ή κάτι της συνέβη; Ψάχνει ακατάπαυστα και καμία από τις πολλές προειδοποιήσεις που δέχεται για να σταματήσει τις έρευνες, δεν την πτοεί.

Το «Εκτός εαυτού», όμως –σε αντίθεση με το prequel του, που διατηρούσε ένα κάποιο μυστήριο– μου έδωσε περισσότερο την αίσθηση ενός γυναικείου βιβλίου. Το μυστήριο της εξαφάνισης, παρότι αποτελεί το κεντρικό θέμα, αρκετές φορές καπελώνεται από την ανάδειξη της προσωπικής ζωής της ηρωίδας, με τα κλισέ να μην απουσιάζουν : προσπαθεί να είναι κοντά στα παιδιά της αλλά η δουλειά της δεν της αφήνει πολύ χρόνο, η μητέρα της παλιμπαιδίζει ασύστολα, η αδερφές της την φέρνουν συνεχώς σε δύσκολη θέση με τα καμώματά τους, ο απατεώνας πατέρας της επιστρέφει μετά από δεκαετίες, η κολλητή φίλη τής παραπονιέται ότι την παραμελεί και (το κερασάκι στην τούρτα κλισέ) ταλαντεύεται για το αν η σχέση της με έναν αστυνομικό (που γνώρισε στο prequel) μπορεί να αποδειχθεί σοβαρή ή όχι.


Επιπλέον, φαίνεται να υπάρχει εκ μέρους της συγγραφέως, μια πρόθεση καυτηριασμού της κυνικής αντίληψης των τηλεοπτικών δικτύων περί της μετάδοσης των πολεμικών επιχειρήσεων, τα οποία, αδηφάγα για νούμερα και έσοδα καθώς είναι, αδιαφορούν εντελώς για τον ανείπωτο πόνο και δυστυχία που στην πραγματικότητα οι εικόνες τους μεταφέρουν. Για τους καναλάρχες (αλλά και τους πολεμικούς ανταποκριτές, καμιά φορά), όσο σκληρότερο είναι ένα ρεπορτάζ, τόσο μεγαλύτερη η τηλεθέαση που θα αποφέρει και τόσο μεγαλύτερη η επαγγελματική επιτυχία που θα πιστωθεί.
Κατά τη γνώμη μου, όμως, το σημαντικό αυτό ζήτημα σχολιάζεται ακροθιγώς και διάσπαρτα, αποτελώντας απλώς και μόνο ένα περιφερειακό στοιχείο του έργου και δεν του αφιερώνεται η έκταση και η προσοχή που θα του άρμοζε.

Σε γενικές γραμμές, το βιβλίο αυτό διαβάζεται άνετα –δεν μπορώ να πω ότι με έκανε να βαρεθώ, ώστε να το παρατήσω–, αλλά θα προτιμούσα περισσότερο μια ιστορία μυστηρίου (όπως υπόσχεται και το οπισθόφυλλο,) και λιγότερο τις εξομολογήσεις μιας πολυάσχολης εργαζόμενη μητέρας, με κάποια ψήγματα προβληματισμού.

Πολύ στρωτή η μετάφραση της Παπαδημητρίου – αποφεύγει εξαιρετικά σκοπέλους, στους οποίους άλλοι μεταφραστές συχνά σκοντάφτουν.

Τρίτη 12 Μαρτίου 2013

Edgar Allan Poe : διηγήματα

Μέχρι να πιάσω στα χέρια μου αυτό το μικρό βιβλιαράκι (που δανείστηκα από έναν βιβλιόφιλο φίλο), είχα διαβάσει μονάχα ένα έργο του Poe (1809-1849) - το ‘Κλεμμένο γράμμα’, το οποίο είχα παλιότερα συναντήσει σε μια συλλογή διηγημάτων διάφορων συγγραφέων. Το συγκεκριμένο είναι αντιπροσωπευτικό της αστυνομικής λογοτεχνίας, όπως την γνωρίσαμε από τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα και της οποίας πρωτεργάτης υπήρξε ο αμερικανός συγγραφέας. Ήρωας είναι ο ευφυέστατος Ντυπέν, ο οποίος ακολουθώντας μερικές έξυπνες λογικές διαδικασίες, καταφέρνει να λύσει μια μυστηριώδη υπόθεση που του έχει ανατεθεί (ναι, όπως και ο Χολμς !)

εκδ. Αιγόκερως(1999) - σελ. 121
μτφρ. Κοσμάς Πολίτης

Τα σύντομα διηγήματα που περιλαμβάνονται στην συλλογή αυτή, η οποία τιτλοφορείται «Ο Μαύρος Γάτος», δεν ακολουθούν την φόρμα που συναντάμε στο ‘Κλεμμένο γράμμα’. Πρόκειται για πέντε ετερόκλητα αφηγήματα, χωρίς κοινό σημείο αναφοράς, τα οποία χαρακτηρίζονται από μια μίξη φανταστικού, μυστηρίου, αστυνομικού και παραμυθιού, με το κάθε συστατικό να είναι δοσμένο σε διαφορετικές αναλογίες κάθε φορά.
Όλα είναι γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο και με μια αφήγηση τόσο ζωντανή που δίνει την αίσθηση πως ο αφηγητής κάθεται δίπλα σου και σου λέει την ιστορία.

Μου άρεσε το διήγημα που έδωσε τον τίτλο και στη συλλογή (μια ιστορία μυστηρίου και φαντασίας), το ‘Εσύ είσαι ο δολοφόνος’ (μια καθαρή αστυνομική ιστορία), μα περισσότερο από όλα μου άρεσε ο ‘Σαλταπήδας’, ένα διδακτικό παραμύθι, με πρωταγωνιστή τον ομώνυμο νάνο γελωτοποιό.

Πολύ όμορφες είναι και οι ξυλογραφίες και γκραβούρες που παρατίθενται στην αρχή κάθε διηγήματος, από το οποίο και είναι εμπνευσμένες.


Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

«Το ντουλάπι των αποτυχημένων»

     Όταν κάποιος έχει κάτι να πει, θέλει να βγάλει κάτι από μέσα του, πιστεύει ότι έχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία να διηγηθεί, λίγους έξυπνους στίχους να μοιραστεί, τότε αργά ή γρήγορα θα βρει τρόπο να το κάνει. Παλαιότερα ίσως να γύριζε σε καφενεία και πλατείες με τα χειρόγραφα ανά χείρας και να μοίραζε το έργο του – σήμερα έχει την σίγουρη επιλογή του διαδικτύου.


   Ο Νίκος Κρητικού έγραψε το 2008 το μυθιστόρημα «Το ντουλάπι των αποτυχημένων», αποτελούμενο από είκοσι πέντε κεφάλαια, και το 2011 το δημοσίευσε στο ιστολόγιό του.  Δεδομένου ότι έχει συμπεριλάβει μια σύντομη περίληψη καθώς και ένα απόσπασμα στην αρχή του έργου, εικάζω ότι πιθανώς να το είχε υποβάλλει σε εκδοτικούς οίκους, χωρίς να μπορώ, όμως, να είμαι βέβαιος επ’αυτού.

   Κεντρικός ήρωας είναι ο υπάλληλος των βιογραφικών της Εταιρείας. Είναι επιφορτισμένος με την συγκέντρωση και ταξινόμηση των βιογραφικών όλων των αιτούντων για τις θέσεις εργασίας. Η ζωή του, όπως και η δουλειά του, διακρίνεται από μια αβάσταχτη μονοτονία, μια ρουτίνα που μόνο ένα καλοκουρδισμένο ρολόι θα μπορούσε να εκτελεί. Όμως, μια μέρα, η ανιαρή καθημερινότητά του θα κλονιστεί από την ενδεχόμενη αποκάλυψη της απάτης του.

     Ο Κρητικού μέσα από το έργο αυτό στηλιτεύει την πάντοτε ίδια κι απαράλλαχτη καθημερινότητα και την στρατιωτική πειθαρχία που επικρατεί στις μεγάλες εταιρείες, όπου οι υπάλληλοι περνούν ώρες ατέλειωτες μαζί κι όμως δεν ανταλλάσσουν παρά μόνο τις απαραίτητες και τυπικές κουβέντες. Όπου η αξία του καθενός ορίζεται μόνο από τα πτυχία και την προϋπηρεσία που απαρτίζουν το βιογραφικό του. Όπου οι υπάλληλοι οφείλουν να προσαρμόζουν τις ανάγκες και τα θέλω τους στις απαιτήσεις της εταιρείας.
«Βρίσκετε καλό να συμπληρώσω και τα διάφορα ενδιαφέροντα μου;»
«Καλύτερα όχι».
«Γιατί όχι;»
«Σας στερούν χρόνο. Καλύτερα να δείξετε πως μπορείτε να αφοσιωθείτε στην εργασία σας».

      
Η αφήγηση χαρακτηρίζεται από το τρικ της συνεχούς εναλλαγής ανάμεσα στα όσα συμβαίνουν στον υπάλληλο και στα όσα διαδραματίζονται μέσα στο ντουλάπι των απορριφθέντων βιογραφικών (το ντουλάπι των αποτυχημένων). Εκεί, τα βιογραφικά –κατ’αντιστοιχία με τους αιτούντες για δουλειά– απορούν γιατί βρέθηκαν στο ντουλάπι της απόρριψης, κατηγορούν τον κάτοχό τους που δεν τα εφοδίασε με περισσότερα προσόντα και αγωνιούν και για την παραμικρή έστω πιθανότητα να μεταφερθούν στο άλλο ντουλάπι, αυτό των επιτυχόντων.
Ένα βιογραφικό είναι η απεικόνιση μιας ολόκληρης ζωής, είναι συμπυκνωμένος όλος ο κόπος, ο επενδυμένος χρόνος, ένα βιογραφικό είναι το εισιτήριο για την επιτυχία.

     Παρά το πολύ ενδιαφέρον θέμα, δεν μπορώ να πω ότι αντιστοίχως με ενθουσίασε και η ανάπτυξή του. Η πλοκή είναι υπερβολικά επίπεδη, χωρίς τις απαραίτητες βουνοκορφές και πεδιάδες, ενώ οι διάλογοι είναι συχνά απλοϊκοί και κάπως αμήχανοι, χωρίς να προσφέρουν κάτι ιδιαίτερο. Το στήσιμο του κόσμου των βιογραφικών θα το χαρακτήριζα ατυχές καθώς μοιάζει να έγινε με προχειρότητα –τα βιογραφικά άλλοτε έχουν ανθρώπινες ιδιότητες και άλλοτε όχι– με αποτέλεσμα να καταντάει παιδικό (στην καλύτερη περίπτωση) και φαιδρό (στη χειρότερη περίπτωση).
Επίσης, παρατήρησα μερικά ορθογραφικά και γραμματικά λάθη, που καλό θα ήταν να είχαν διορθωθεί, πριν τη δημοσίευση.

      Παρά τις όποιες ενστάσεις μου αναφορικά με την ανάπτυξη της πλοκής, όμως, δεν μπορώ να μην εκφράσω την ικανοποίησή μου που θίγεται το συγκεκριμένο θέμα και να επαινέσω την πρωτοβουλία του συγγραφέα να εκθέσει το έργο του ελεύθερα στον ιστό. Τέλος, δεν μπορώ να μην τονίσω ότι μυθιστόρημα αυτό έχει δημοσιευτεί ιδιαίτερα ευπαρουσίαστα και προσεγμένα (διαβάζεται πολύ άνετα, σε αντίθεση με δεκάδες διηγήματα-σεντόνια που βλέπω κατά καιρούς και που αποτρέπουν το μάτι από την ανάγνωση).

 [φωτό : 1. newsnow.gr , 2. bepositivemom.com]