Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016

«Ιστορίες άμεσης θεραπείας» - William Glasser

Όσα περισσότερα βιβλία ψυχολογίας διαβάζω, τόσο περισσότερο διαπιστώνω πως στην Ψυχολογία (όπως άλλωστε και σε αρκετές επιστήμες) δεν είναι τα πάντα δεδομένα και κοινώς αποδεκτά από όλους τους ειδικούς. Συχνά πυκνά οι ειδικοί διαφωνούν πάνω σε συγκριμένα ζητήματα και τάσσονται υπέρ ή κατά ορισμένων θεωριών –ενίοτε εντελώς αντίθετων μεταξύ τους.

 
εκδ. Θυμάρι - σελ. 276
μτφ. Τατιάνα Τζουλούκωφ


Κάτι τέτοιο επιχειρεί εδώ και ο Αμερικάνος ψυχίατρος-ψυχοθεραπευτής. Μέσα από 12 ιστορίες ψυχοθεραπείας – αυτήν του Τζέρι που φαίνεται να πάσχει από ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, του αλκοολικού Ρότζερ, του επιτυχημένου επιχειρηματία Τζορτζ που θέλει να γίνει γυναίκα, δύο ζευγαριών που ταλανίζονται από προβλήματα απιστίας (ή υποψία απιστίας), της νεαρής Ρεβέκκας που η επερχόμενη ακαδημαϊκή καριέρα δεν φαίνεται να την γεμίζει, μιας Ιρλανδής παντρεμένης που δεν θέλει με τίποτα να χωρίσει, ενός νεαρού ζευγαριού που εξουσιάζεται βασανιστικά από τον 3χρονο γιο του, κ.α. – ο William Glasser (1925 - 2013) προσπαθεί να μας αναλύσει την άποψή του πως οτιδήποτε κάνουμε και αισθανόμαστε είναι καθαρά αποτέλεσμα επιλογής μας.
Ελάχιστες περιπτώσεις, θεωρεί ότι, είναι θέμα τύχης (π.χ. ο αυτισμός). Κατά τα λοιπά, όσον αφορά τις σχετικά ελαφριές και μέτριες περιπτώσεις (δικοί μου χαρακτηρισμοί), εκτιμάει πως πρόκειται καθαρά για θέμα επιλογής, π.χ. πιστεύει πως η κατάθλιψη δεν είναι μια ασθένεια αλλά είναι εξολοκλήρου ατομική επιλογή – χαρακτηριστικά ο ίδιος το διατυπώνει «ο τάδε επιλέγει να καταθλίβεται» και όχι «ο τάδε πάσχει από κατάθλιψη» ή «ο τάδε είναι καταθλιπτικός».

Εκτός αυτών, ο Glasser παίρνει θέση και σε ένα ζήτημα που γεννά διαφωνίες στους κόλπους της ψυχικής υγείας : τα ψυχοφάρμακα. Τάσσεται σαφώς υπέρ της ψυχοθεραπείας και κατά της χορήγησης φαρμάκων. Αυτή του η θέση (λογικά) πηγάζει από την άποψη του ότι τα πάντα είναι θέμα επιλογής μας. Ως εκ τούτου, εφόσον επιλέγουμε να καταθλιβόμαστε ή να νιώθουμε στενοχωρημένοι ή να ακούμε φωνές (μία από τις ιστορίες) κτλ, τότε προφανώς και δεν υπάρχει λόγος να πάρουμε φάρμακα· αρκεί μονάχα και αλλάξουμε τις επιλογές μας.

Οι ιστορίες αυτές δεν μου έδωσαν την εντύπωση πως είναι πραγματικές, κυρίως καθώς πάσχουν έλλειψη αληθοφάνειας. Ορισμένοι θεραπευόμενοι, μετά από μόλις μία συνάντηση με τον γιατρό, χρησιμοποιούν φρασεολογία που θα άρμοζε περισσότερο σε ψυχολόγο παρά σε έναν καθημερινό άνθρωπο που, κάτω από το βάρος των προβλημάτων του, απευθύνεται σε ειδικό. Παρόλα αυτά, ακόμα κι αν δεν είναι 100% αληθινές ιστορίες, σίγουρα πρόκειται για παραλλαγές ή για μίξη πραγματικών περιπτώσεων ψυχοθεραπείας που διεξήγαγε ο Glasser.

Ως ένας άνθρωπος που δεν βρίσκεται εντός του κλάδου της ψυχικής υγείας, σε γενικές γραμμές θεωρώ πως η θεωρία του Glasser παρουσιάζει ενδιαφέρον και χαίρομαι που μου δόθηκε η ευκαιρία να την μελετήσω. Δεν μπορώ να πω ότι με βρίσκει απολύτως σύμφωνο – ίσως σε έναν μικρό βαθμό κάποια προβλήματά μας να είναι όντως ζήτημα οπτικής και επιλογής, αλλά μου φαίνεται υπεραπλουστευμένη η λογική του να αποδίδουμε (σχεδόν) τα πάντα εκεί.


Αυτό που αποκαλούμε ψυχική διαταραχή, ανεξάρτητα από τι προκαλείται, είναι ένας από τους εκατοντάδες τρόπους που οι άνθρωποι επιλέγουν να συμπεριφέρονται, όταν νιώθουν ανήμποροι να ικανοποιήσουν τις βασικές γενετικές τους ανάγκες, όπως η αγάπη και η δύναμη, στο βαθμό που αυτοί το επιθυμούν. (σελ. 19)

[…] ο καθένας μας ωθείται από πέντε γενετικές ανάγκες: Την επιβίωση, την αγάπη και την αίσθηση ότι ανήκουμε, τη δύναμη, την ελευθερία και την ψυχαγωγία. Όλη μας η συμπεριφορά, αποτελεσματική ή αναποτελεσματική, είναι πάντα η καλύτερή μας προσπάθεια, κάθε φορά, για να ικανοποιήσουμε μια ή περισσότερες απ’ αυτές τις ανάγκες. (σελ. 108)

Όταν δημιουργούμε παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις, μας βάζουν την ταμπέλα ότι είμαστε ψυχικά άρρωστοι. Όταν όμως, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν ή ο Πάμπλο Πικάσσο δημιουργούσαν κάτι καινούριο, κανείς δεν τους θεώρησε ψυχικά άρρωστους. Αυτή η ταμπέλα είναι ένα υποκειμενικό ψυχιατρικό συμπέρασμα: Αν η δημιουργικότητα είναι κακή, τότε μιλάνε για ψυχική αρρώστια, αν η δημιουργικότητα είναι καλή, τη θεωρούν ευφυΐα. (σελ. 157)



Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016

«Διπλή παγίδα» - William Landay

Με το δικαστικό μυθιστόρημα «Υπόθεση Jacob», ο πρώην βοηθός εισαγγελέα (και νυν συγγραφέας) μου είχε αφήσει πολύ καλές εντυπώσεις. Όμως το δεύτερο δικό του μυθιστόρημα που διάβασα δεν δικαίωσε σε καμία περίπτωση  τις προσδοκίες μου, και τα διθυραμβικά σχόλια που υπάρχουν στο εξώφυλλο και στο οπισθόφυλλο κάθε άλλο παρά σύμφωνο με βρίσκουν.


εκδ. Διόπτρα - σελ. 502
μτφ. Γιώργος Μπαρουξής


Εδώ δεν έχουμε δικαστικό, αλλά ένα καθαρό αστυνομικό θρίλερ με δολοφονίες, υπόπτους, και μυστικά από το παρελθόν.
Σε ένα εξοχικό σπίτι μίας επαρχιακής πόλης των ΗΠΑ, ένας εισαγγελέας από την Βοστώνη βρίσκεται νεκρός. Η υπόθεση μεταφέρεται στην Βοστώνη, όπου αργά ή γρήγορα παλιές υποθέσεις και κρυμμένα μυστικά θα έρθουν στο φως για να λάμψει τελικά η αλήθεια.

Σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για το page-turner αστυνομικό, που θα αδημονείς να διαβάσεις τη συνέχεια, που θα σε καθηλώσει με την αγωνία και τις ανατροπές του. Η πλοκή κυλάει αργά, η ένταση και η αγωνία παραμένουν διαρκώς σε χαμηλά επίπεδα και σε γενικές γραμμές θα έλεγα πως πρόκειται για ένα «χλιαρό» αστυνομικό.
Εκτός αυτών, διαπίστωσα και ένα σοβαρό “ατόπημα” εκ μέρους του συγγραφέα : η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη και είναι ο πρωταγωνιστής (ο νεαρός διοικητής, Μπεν Τρούμαν) που μας διηγείται τα γεγονότα. Παρόλα αυτά, σημαντικές πτυχές της υπόθεσης που έχουν άμεση σχέση με τον ίδιον, δεν μας γνωστοποιούνται παρά σχετικά αργά· γεγονός που δεν θα έπρεπε να είναι έτσι, δεδομένου ότι ο ίδιος –προφανώς– τις γνωρίζει εκ των προτέρων. Έτσι, θεωρώ πως, κατά κάποιον τρόπο, ο Landay “εξαπατά” τον αναγνώστη, αφού δεν του δίνει εγκαίρως τα απαραίτητα στοιχεία ώστε να έχει την ευκαιρία να μαντέψει την αλήθεια.

Τα μοναδικά σημεία που απήλαυσα ήταν εκείνα που αναφέρονται (ακροθιγώς, βέβαια) σε θέματα νομικής φύσεως, π.χ. για το πώς οι εισαγγελείς προσπαθούν να χτίσουν τις υποθέσεις τους, πώς οι συνήγοροι υπεράσπισης καλούνται να υπερασπιστούν τους πελάτες τους και –κυρίως– πώς το όλο νομικό/δικαστικό σύστημα είναι καταδικασμένο να μην είναι ποτέ του τέλειο, ακριβώς γιατί δημιουργήθηκε και διοικείται από ανθρώπους – που εκ φύσεως δεν είναι τέλειοι.

Εν τέλει η «Διπλή παγίδα» με απογοήτευσε και η γνώμη μου είναι ότι ο Landay μάλλον θα πρέπει να στραφεί αποκλειστικά στα δικαστικά θρίλερ, καθώς η πρότερη νομική του καριέρα τον βοηθά πολύ στο να φτιάχνει αληθοφανείς και ενδιαφέρουσες δικαστικές ιστορίες.


Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2015

«Το λάθος του επιθεωρητή Παλμού» - Mika Waltari

Μα, κάνουν οι επιθεωρητές των μυθιστορημάτων ποτέ τους λάθη; Αυτοί είναι πάντα ατρόμητοι και πανέξυπνοι, βρίσκονται ένα βήμα πριν από τον ένοχο και τα μόνα ελαττώματά τους είναι το πολύ-πολύ το αλκοόλ, το κάπνισμα, άντε και οι απαγορευμένες ουσίες.

Ο τίτλος εδώ είναι ιντριγκαδόρικος, και αρκετά περίεργος κι οξύμωρος για αστυνομικό μυθιστόρημα. Όμως δεν είναι –παρά σε έναν πολύ μικρό βαθμό– αντιπροσωπευτικός του βιβλίου.


εκδ. Καλέντης - σελ. 257
μτφ. (από τα Φινλανδικά) Μαρία Μαρτζούκου


Ο εκκεντρικός και  ως επί το πλείστον αντιπαθής γόνος μια πλούσιας οικογένειας χάνει τη ζωή του σε ένα –κατά τα φαινόμενα– ατύχημα μέσα στο λουτρό του. Βεβαίως, στην αστυνομική μυθοπλασία ποτέ ένας τέτοιος θάνατος δεν είναι τελικά ατύχημα, αλλά φόνος, κι έτσι σχεδόν όλος ο περίγυρος του θύματος, οι οποίοι βρίσκονταν μαζί του το τελευταίο βράδυ αλλά και το επόμενο πρωινό (όταν και έχασε τη ζωή του), είναι ύποπτοι.

Θεωρώ πως ο Βαλτάρι προσπάθησε να βαδίσει στα χνάρια των κλασικών βρετανικών αστυνομικών, αλλά το έκανε τόσο πιστά που τελικά έφτιαξε μια εν πολλοίς φθηνή κόπια, χωρίς κάτι το αυθεντικό. Το «Ποιος σκότωσε την κυρία Σκρουφ» μου είχε αφήσει καλύτερες εντυπώσεις, αλλά εδώ το μόνο που διέκρινα ήταν μια προσπάθεια συγκέντρωσης διάφορων υπόπτων, με τα ελάχιστα στοιχεία να αφήνουν περιθώρια για ενοχή οποιουδήποτε εξ αυτών και τελικά ο “πανέξυπνος” επιθεωρητής να βρίσκει την άκρη του νήματος, ενώ ακόμα οι βοηθοί του δεν έχουν καταλάβει το παραμικρό… Επίσης, διέκρινα και προβλήματα αληθοφάνειας, με κορυφαίο εκείνο όπου ένας αστυνομικός δανείζει το όπλο του σε έναν ύποπτο (!).

Ας ξαναγυρίσουμε στον παράξενο τίτλο, ο οποίος από την μία χωλαίνει, καθώς τελικά δεν μπορείς να πεις ότι όντως έκανε κάποιο λάθος ο επιθεωρητής, αλλά από την άλλη μπορεί να θεωρηθεί αποδεκτός, αφού η ιστορία αποτυπώνεται (υποκειμενικά) από τη σκοπιά του νεαρού βοηθού του Παλμού, και μοιραία ο “συγγραφέας” ετούτος βάζει την δική του σφραγίδα.


«Καθήκον μας, βλέπεις, δεν είναι να κάνουμε κάτι, αυτό το φροντίζουν οι εγκληματίες. Καθήκον μας είναι να το διαλευκάνουμε. Η δουλειά μας είναι από τη φύση της παθητική, γιατί το προμελετημένο έγκλημα δεν μπορούμε να το αποτρέψουμε. Και στη διαλεύκανση ενός εγκλήματος δεν χωράει επ’ουδενί ρομαντισμός, αλλά αντικειμενικός ρεαλισμός. Εσύ μιλάς πολύ για θεωρία του εγκλήματος, ψυχολογία, διαίσθηση και ποιος ξέρει τι άλλο. Εγλω όμως είμαι ένας απλός γερο-μπάτσος. Θέλω να σου βάλω ακόμα μια φορά μέσα στο κεφάλι ότι η φαντασία και η ψυχολογία και η διαίσθηση δεν έχουν, και δεν πρέπει να έχουν, καμία σχέση με την αντικειμενική διαλεύκανση του εγκλήματος. Πρέπει απλώς να καταγραφούν τα γεγονότα, τα πραγματικά γεγονότα, να γίνουν οι σωστοί συσχετισμοί και να εξαχθούν τα αναγκαία συμπεράσματα. Αυτά! Όλα τ’ άλλα μας οδηγούν σε λάθος δρόμους». (λόγια του επιθεωρητή Παλμού)


Δεν μου άρεσε η επιλογή στην αρχή κάθε κεφαλαίου να υπάρχει μια συνοπτική (4-5 γραμμές) περίληψή του. Μετά τα δύο-τρία πρώτα κεφάλαια, σταμάτησα να τις διαβάζω.

Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2015

«Το μίσος» - V. Giannisis

Ο εκδοτικός οίκος φαίνεται να είναι πολύ σίγουρος ότι το μυθιστόρημα αυτό θα ευχαριστήσει τους αναγνώστες, εξού και κάνει μια πρωτοφανή κίνηση : δηλώνει πως όποιος δεν ικανοποιηθεί από το βιβλίο, μπορεί να το επιστρέψει και να πάρει ένα άλλο!

 
εκδ. Διόπτρα - σελ. 458


Η υπόθεση : Έρεμπρο, Νοέμβριος 2011. Μέσα σε διάστημα λίγων ημερών τρεις νεαρές γυναίκες δολοφονούνται βίαια και αποκεφαλίζονται. Οι δολοφονίες αυτές έχουν τρομάξει τους κατοίκους της πόλης και η Αστυνομία πιέζεται να πιάσει άμεσα τον δολοφόνο.

Όπως στα περισσότερα αστυνομικά, έτσι κι εδώ έχουμε για κεντρικό ήρωα τον επιθεωρητή που αναλαμβάνει την υπόθεση, και μάλιστα εδώ ο επιθεωρητής είναι Έλληνας, ο Άντερς Οικονομίδης –προφανώς ενός είδους alter-ego του συγγραφέα (Έλληνας μετανάστης στο Έρεμπρο κι εκείνος). Ο Οικονομίδης περιστοιχίζεται από τους αρχιφύλακες που συνθέτουν την ομάδα του, ενώ δέχεται και την βοήθεια ενός νεαρού ανάπηρου εγκληματολόγου ο οποίος έχει αφοσιωθεί στην μελέτη των κατά συρροή δολοφόνων.

Οι χαρακτήρες δεν χτίστηκαν καθόλου καλά· προσωπικά δεν ένιωσα πως έμαθα κανέναν από αυτούς. Μονάχα ο πρωταγωνιστής, Οικονομίδης, σκιαγραφείται κάπως αλλά κι αυτός όχι επαρκώς. Επίσης, ο συγγραφέας επέλεξε μεν Έλληνα πρωταγωνιστή, αλλά δεν μας έδωσε σχεδόν καθόλου στοιχεία για το παρελθόν του, την οικογένειά του, για το πώς βρέθηκε επιθεωρητής της Σουηδικής αστυνομίας – ούτε καν πώς πήρε το όνομα “Άντερς”. Γενικότερα, νομίζω πως οι χαρακτήρες θα έπρεπε να δουλευτούν περισσότερο.

Αντιθέτως, καλά χτισμένη ήταν η πλοκή από τον Γιαννίση· σπέρνει υποψίες εδώ κι εκεί και αποπροσανατολίζει διαρκώς, ενώ και το τέλος ήταν αναπάντεχο και δεν θα μπορούσα να το έχω βρει με τίποτα. Βέβαια, για να είμαι ακριβοδίκαιος, δεν είμαι απολύτως σίγουρος ότι είχε δώσει στον αναγνώστη τα αποφασιστικής σημασίας στοιχεία ώστε να έχει την ευκαιρία να βρει την άκρη του νήματος. Νομίζω πως ο Γιαννίσης σε αρκετά σημεία έκλεψε λιγάκι, μη αποκαλύπτοντάς μας στοιχεία τη στιγμή ακριβώς που τα μαθαίνουν ή τα συνειδητοποιούν οι πρωταγωνιστές (όπως κι η Lackberg και ο Nesbo –να είναι συνήθης τεχνική των Σκανδιναβών, άραγε…;).
Στα θετικά του βιβλίου, επίσης, είναι ότι απεικονίζεται αρκετά γλαφυρά ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται ένας Έλληνας μετανάστης την χώρα που τον φιλοξενεί.

Τελικά, δεν νομίζω να υπάρχει κανείς που θα εκμεταλλεύτηκε την εγγύηση επιστροφής του εκδότη και θα επέστρεψε το βιβλίο, καθώς θεωρώ ότι παίρνει έναν καλό βαθμό.




Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

«Το μαγαζάκι των αυτοκτονιών» - Jean Teulé

Έχω ξαναγράψει για μια συγκεκριμένη κατηγορία βιβλίων : αυτά που ξεκινούν από την σύλληψη μιας ευρηματικής και πολλά υποσχόμενης ιδέας, αλλά που στην συνέχεια η ιδέα αυτή δεν πλαισιώνεται από ενδιαφέρουσα πλοκή και χαρακτήρες, οπότε και τελικά δεν μετουσιώνεται σε μια θελκτική ιστορία.

 
εκδ. Μοντέρνοι Καιροί - σελ. 166
μτφ. Εύη Βαγγελάτου



Σε αυτήν την κατηγορία ανήκει και το «Μαγαζάκι των αυτοκτονιών». Μια (εν πολλοίς καταθλιπτική και με αγάπη σε κάθε τι δυσάρεστο και απαισιόδοξο) οικογένεια διατηρεί το εν λόγω κατάστημα, το οποίο πουλάει προϊόντα που βοηθούν κάποιον να αυτοκτονήσει : σχοινιά, τσιμεντόλιθους για πνιγμό, δηλητηριώδεις καραμέλες, πιστόλια, παντός είδους δηλητήρια και άλλα ακόμη πιο ευφάνταστα προϊόντα. Μοναδική παραφωνία αποτελεί ο μικρός γιος, ο οποίος είναι διαρκώς με το χαμόγελο στα χείλη, βλέπει τα πάντα αισιόδοξα και προσπαθεί να πείθει τους πελάτες να ξανασκεφτούν το ενδεχόμενο να παραμείνουν στη ζωή!

Το πρωτότυπο εύρημα σε κάνει να ξεκινήσεις θετικά προκατειλημμένος την ανάγνωση και αρχικά το μαύρο χιούμορ σου χαρίζει μερικές στιγμές μειδιάματος ή και γέλιου. Μετά από μερικές δεκάδες σελίδες, όμως, δεν έρχεται κάτι διαφορετικό για κρατήσει το ενδιαφέρον και εν τέλει με δυσκολία έφτασα στην 166η σελίδα.

Μια θετική ψήφος για το τέλος, το οποίο ήταν κάπως αναπάντεχο και ομολογουμένως έδειξε ότι μέσα από την σουρεαλιστική αυτή μαύρη κωμωδία κάτι ήθελε να πει ο συγγραφές, αλλά δεν ήταν αρκετό ώστε να αναστρέψει την συνολική αρνητική μου άποψη.

« […] Κι έπειτα, όπως συνηθίζω να λέω, μία φορά πεθαίνει κανείς, γι’αυτό και πρέπει να είναι μια στιγμή αξέχαστη»
[…]
«Όταν κάνετε την απόπειρα στην τραπεζαρία σας, να πέσετε στα γόνατα. Έτσι, ακόμη και αν η λάμα δε χωθεί αρκετά βαθιά… διότι, όπως και να’χει, πονάει… αν είστε στα γόνατα, θα πέσετε μπροστά με την κοιλιά, γεγονός που θα βυθίσει τη λάμα μέχρι τη λαβή. Και, όταν σας ανακαλύψουν, οι φίλοι σας θα μείνουν άφωνοι! Δεν έχετε φίλους; Τότε θα μείνει άφωνος ο ιατροδικαστής, που θα πει: “Είχε γερά κότσια ετούτος εδώ!”»
 

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2015

«Ληξιπρόθεσμα δάνεια» - Πέτρος Μάρκαρης

Με ανάμεικτα συναισθήματα ολοκλήρωσα αυτό το μυθιστόρημα του Π. Μάρκαρη.

 
εκδ. Γαβριηλίδης - σελ. 428


Η υπόθεση έχει ως εξής : το καλοκαίρι του 2010, ένας δολοφόνος αποκεφαλίζει στελέχη του τραπεζικού και του ευρύτερου οικονομικού τομέα, ενώ παράλληλα μπόλικες αφίσες, που καλούν τον κόσμο να μην ξεπληρώνει τα δάνεια στις τράπεζες, κατακλύζουν την πρωτεύουσα. Και όλα αυτά μέσα στην οικονομική κρίση που μαστίζει την χώρα.

Καταρχήν, η γραφή είναι 100% αντιπροσωπευτική της αστυνομικής γραφής που μας έχει επιδείξει ο Π.Μ. και στις προηγούμενες ιστορίες του Κώστα Χαρίτου. Γοργές και περιεκτικές περιγραφές, εύστοχοι και ζωντανοί διάλογοι και –πάνω από όλα– μια εκπληκτική πρόζα που σκιαγραφεί εξαιρετικά την κοινωνία μας μέσα από τις σκέψεις του αστυνόμου. Επιπλέον, σαν κινητός χάρτης της Αθήνας, ο Χαρίτος μας περιγράφει τις διαδρομές που κάνει, με τόσες λεπτομέρειες που είναι απίθανο να γνωρίζεις, σε σημείο που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν πραγματικά ζεις κι εσύ στην Αθήνα!
Όλα αυτά τα στοιχεία για τα οποία αγαπήθηκε ο Μάρκαρης, λοιπόν, υπάρχουν κι εδώ, και παρότι κινδυνεύουν να χαρακτηριστούν “μανιέρα”, εντούτοις κάνουν τελικά το έργο να κυλάει γρήγορα και να κρατά το ενδιαφέρον σε υψηλά επίπεδα.

Από την άλλη, δεν μπορώ να μην γράψω και τα αρνητικά –όπως, τουλάχιστον, τα αισθάνθηκα εγώ.
Αρχικά μου δόθηκε η εντύπωση πως ο Μάρκαρης “πίεσε τον εαυτό του” να συμπεριλάβει μέσα στο μυθιστόρημα γεγονότα της κρίσης, καθώς αποφάσισε να γράψει την «Τριλογία της κρίσεως», αλλά κατά τη γνώμη μου δεν κατάφερε να τα δέσει απόλυτα ομοιόμορφα με την υπόθεση· σε ορισμένα σημεία είτε έμοιαζαν παράταιρα ή αχρείαστα για την υπόθεση, είτε έδιναν την αίσθηση ότι ο συγγραφέας δεν “πλάθει μύθο” αλλά αρθρογραφεί.
Επιπλέον, θα μπορούσαν κάλλιστα να λείπουν 50-60 σελίδες ενώ επίσης εκτιμώ πως και το πλέξιμο της υπόθεσης λίγο χωλαίνει· δεν πείστηκα για τα κίνητρα των εγκλημάτων έτσι όπως αυτά αποκαλύφθηκαν στο τέλος.
Ίσως τελικά να έχουν μια κάποια αλήθεια οι απόψεις που έχω διαβάσει σχετικά με την «Τριλογία της κρίσεως» : ότι, δηλαδή, ο Μάρκαρης “πιέστηκε/πίεσε τον εαυτό του” να γράψει απανωτά βιβλία μέσα στην κρίση με σκοπό να την αποτυπώσει, με (φυσική) συνέπεια να μην μπορεί να βγει αποτέλεσμα εξίσου εξαιρετικό με τα προηγούμενα βιβλία του.


Μία σκέψη που είχα κατά την ανάγνωση σχετίζεται με το αν μπορεί προς το παρόν να υπάρξει λογοτεχνία της κρίσης. Πολλοί υποστηρίζουν –και πιθανώς να έχουν δίκιο– πως δεν μπορεί να υπάρχει διότι ο συγγραφέας δεν είναι ακόμα αποστασιοποιημένος από την τρέχουσα κατάσταση και πως για να υπάρξει η αναγκαία αποστασιοποίηση θα πρέπει να περάσουν 5-10 χρόνια.
Διαβάζοντας τα «Ληξιπρόθεσμα δάνεια», σκέφτηκα ότι τελικά ίσως και να μπορεί να γράψει κανείς λογοτεχνία της κρίσης. Και αυτό γιατί η κρίση αποδεικνύεται πως δεν έχει μία και μοναδική μορφή, δεν είναι μια στάσιμη κατάσταση, αλλά είναι μια διαρκώς μεταβαλλόμενη (προς το χειρότερο) κατάσταση. Έτσι, εδώ βλέπουμε πως το “μακρινό” 2010 ο κόσμος ανησυχούσε για το κόψιμο του 13ου & 14ου μισθού και για τις αλλαγές στο ασφαλιστικό, πράγματα που στο 2015 έχουν ήδη ξεχαστεί και θεωρούνται δεδομένα κακά…


Μερικά αποσπάσματα :

«Δεν υπάρχουν κοινωνίες […]. Υπάρχουν μόνο ομάδες. Επιχειρηματίες που αγωνίζονται για τα συμφέροντά τους, εργαζόμενοι που αγωνίζονται για τα δικά τους, μέσω των συνδικάτων και άλλων οργανώσεων, υπάρχουν μόνο ομάδες που υπερασπίζονται τα συμφέροντά τους. Η κοινωνία είναι ένα εφεύρημα».
[…]
Εσείς όμως δεν έχετε μηχανισμούς για να εισπράττετε φόρους. Από τη μία θέλετε αυτοί που παράγουν και κερδίζουν να ξοδεύουν τα κέρδη τους υπέρ των φτωχών, που είναι άδικο. Από την άλλη δεν μπορείτε να εισπράξετε τους φόρους από τους πλούσιους, που θα ήταν δίκαιο. Ένας από τους λόγους που κατέρρευσε η χώρα σας είναι και επειδή δεν μπόρεσε να βάλει τις σχέσεις ανάμεσα στις ομάδες σε σωστή βάση». (σελ. 167)


«Γιατί ο αθεόφοβος είπε ότι δεν υπάρχει κοινωνία. Ξέρεις τι θα πει να φας τη ζωή σου σε φυλακές, εξορίες, βασανιστήρια, για ν’ αλλάξεις την κοινωνία, κι αυτός να σου λέει ότι αυτό που ήθελες ν’ αλλάξεις δεν υπάρχει; Σου τα γκρεμίζει όλα». (σελ. 277)


«Δεν ξέρω τι θα κάνετε, αλλά θυμάσαι ,τι λέγαμε παλιά: τα πρώτα ογδόντα χρόνια είναι δύσκολα, μετά πεθαίνεις κι ησυχάζεις. Λοιπόν τώρα, τα πρώτα ογδόντα χρόνια δεν είναι μόνο δύσκολα, πάνε να γίνουν και εργάσιμα». (σελ. 388)


«Εδώ και στο νοσοκομείο χρειάζεσαι μέσο, για να μη σε πετάξουν σε κανένα ράντζο στον διάδρομο και να περιμένεις κάποιον ασκούμενο γιατρό ν’ ασχοληθεί μαζί σου, όποτε του καπνίσει. Μπορεί η κάθε τρόικα να λέει ό,τι θέλει, αλλά το μέσο σώζει ζωές στη Ελλάδα. (σελ. 428)


Σάββατο 22 Αυγούστου 2015

«Κοινόχρηστα εγκλήματα» - Εύη Σαλτού

Ο Ηρακλής Καμπούρης δεν έχει παρά μονάχα δύο ενδιαφέροντα στη ζωή του : να παρατηρεί και να μελετάει τα πόδια των ανθρώπων (κουσούρι που του κόλλησε στην παιδική του ηλικία, όταν και ζώντας σε υπόγειο, τα πόδια των περαστικών ήταν η μοναδική του θέα) και να ασχολείται με την διαχείριση της πολυκατοικίας όπου κατοικεί.
Ο θάνατος ενός ιδιόρρυθμου ηλικιωμένου ένοικου της πολυκατοικίας θα είναι η ευκαιρία του Ηρακλή να αποδείξει στους υπόλοιπους ενοίκους (αλλά και στον εαυτό του) ότι είναι κάτι παραπάνω από ένας αποτυχημένος “ποδολόγος” διαχειριστής.

 
εκδ. Μοντέρνοι Καιροί - σελ. 285


Ομολογώ πως η περίληψη και το εξώφυλλο είναι κάπως παραπλανητικά ως προς το τι πρέπει να περιμένει ο κάποιος από τούτο το βιβλίο. Δίνεται η εντύπωση μιας χιουμοριστικής παρωδίας, ενός ξεκαρδιστικού μίγματος γέλιου και ειρωνίας, παραχωμένα ανάμεσα σε κωμικοτραγικές καταστάσεις.
Και είναι αλήθεια πως αρχικά σε τέτοια επίπεδα κινείται η Σαλτού. Με μια στακάτη γραφή και με ένα… επιτηδευμένα επιτηδευμένο ύφος, καταφέρνει να εντυπωσιάζει με την ικανότητά της στον χειρισμό της γλώσσας αλλά και να μας χαρίζει, αν όχι κάποιες στιγμές γέλιου, τότε σίγουρα μερικά μειδιάματα, επιβεβαιώνοντας τις προσδοκίες μας για ένα χιουμοριστικό μυθιστόρημα.

Κι εκεί –λίγο μετά τη μέση– που η ευφυής και στακάτη γραφή έχει αρχίζει να κουράζει (καθώς ο αρχικός εντυπωσιασμός λογικό είναι να μην διαρκεί για πάντα) και που η απουσία στέρεας πλοκής επιβαρύνει την κατάσταση, τότε είναι που η συγγραφέας κάνει μια απότομη στροφή· η γραφή της παραμένει μεν αιχμηρή, αλλά αποποιείται την πρότερη ειρωνεία της και πλέον γίνεται λυρική, ρομαντική, και ακόμα πιο αληθινή, συνθέτοντας ένα σχεδόν ποιητικό πεζογράφημα και δένοντας μαεστρικά τα προηγούμενα με τα επόμενα, αφήνοντάς μας τώρα να καταλάβουμε πού η ίδια το πήγαινε εξαρχής.
Εν τέλει, ο υπότιτλος «μαύρη κωμωδία μαύρων ψυχών» είναι απόλυτα αντιπροσωπευτικός του βιβλίου. Τις «μαύρες ψυχές» θέλει εδώ να αναδείξει εδώ η Σαλτού. Τις ψυχές που είτε επιλέγουν, είτε βολεύονται, είτε αναγκάζονται να ζουν κάτω από ένα πέπλο ψεμάτων και υποκρισίας, από το οποίο δεν μπορούν ή δεν θέλουν να προσπαθήσουν να δραπετεύσουν. Τις ψυχές αυτές προσπαθεί να παρατηρήσει, να ξεμπροστιάσει, να κατανοήσει, να παρακινήσει κι εμάς να τις κατανοήσουμε. Και μέσα από αυτήν την μαύρη φαρσοκωμωδία, νομίζω πως τα καταφέρνει καλά.