Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2015

«Το λάθος του επιθεωρητή Παλμού» - Mika Waltari

Μα, κάνουν οι επιθεωρητές των μυθιστορημάτων ποτέ τους λάθη; Αυτοί είναι πάντα ατρόμητοι και πανέξυπνοι, βρίσκονται ένα βήμα πριν από τον ένοχο και τα μόνα ελαττώματά τους είναι το πολύ-πολύ το αλκοόλ, το κάπνισμα, άντε και οι απαγορευμένες ουσίες.

Ο τίτλος εδώ είναι ιντριγκαδόρικος, και αρκετά περίεργος κι οξύμωρος για αστυνομικό μυθιστόρημα. Όμως δεν είναι –παρά σε έναν πολύ μικρό βαθμό– αντιπροσωπευτικός του βιβλίου.


εκδ. Καλέντης - σελ. 257
μτφ. (από τα Φινλανδικά) Μαρία Μαρτζούκου


Ο εκκεντρικός και  ως επί το πλείστον αντιπαθής γόνος μια πλούσιας οικογένειας χάνει τη ζωή του σε ένα –κατά τα φαινόμενα– ατύχημα μέσα στο λουτρό του. Βεβαίως, στην αστυνομική μυθοπλασία ποτέ ένας τέτοιος θάνατος δεν είναι τελικά ατύχημα, αλλά φόνος, κι έτσι σχεδόν όλος ο περίγυρος του θύματος, οι οποίοι βρίσκονταν μαζί του το τελευταίο βράδυ αλλά και το επόμενο πρωινό (όταν και έχασε τη ζωή του), είναι ύποπτοι.

Θεωρώ πως ο Βαλτάρι προσπάθησε να βαδίσει στα χνάρια των κλασικών βρετανικών αστυνομικών, αλλά το έκανε τόσο πιστά που τελικά έφτιαξε μια εν πολλοίς φθηνή κόπια, χωρίς κάτι το αυθεντικό. Το «Ποιος σκότωσε την κυρία Σκρουφ» μου είχε αφήσει καλύτερες εντυπώσεις, αλλά εδώ το μόνο που διέκρινα ήταν μια προσπάθεια συγκέντρωσης διάφορων υπόπτων, με τα ελάχιστα στοιχεία να αφήνουν περιθώρια για ενοχή οποιουδήποτε εξ αυτών και τελικά ο “πανέξυπνος” επιθεωρητής να βρίσκει την άκρη του νήματος, ενώ ακόμα οι βοηθοί του δεν έχουν καταλάβει το παραμικρό… Επίσης, διέκρινα και προβλήματα αληθοφάνειας, με κορυφαίο εκείνο όπου ένας αστυνομικός δανείζει το όπλο του σε έναν ύποπτο (!).

Ας ξαναγυρίσουμε στον παράξενο τίτλο, ο οποίος από την μία χωλαίνει, καθώς τελικά δεν μπορείς να πεις ότι όντως έκανε κάποιο λάθος ο επιθεωρητής, αλλά από την άλλη μπορεί να θεωρηθεί αποδεκτός, αφού η ιστορία αποτυπώνεται (υποκειμενικά) από τη σκοπιά του νεαρού βοηθού του Παλμού, και μοιραία ο “συγγραφέας” ετούτος βάζει την δική του σφραγίδα.


«Καθήκον μας, βλέπεις, δεν είναι να κάνουμε κάτι, αυτό το φροντίζουν οι εγκληματίες. Καθήκον μας είναι να το διαλευκάνουμε. Η δουλειά μας είναι από τη φύση της παθητική, γιατί το προμελετημένο έγκλημα δεν μπορούμε να το αποτρέψουμε. Και στη διαλεύκανση ενός εγκλήματος δεν χωράει επ’ουδενί ρομαντισμός, αλλά αντικειμενικός ρεαλισμός. Εσύ μιλάς πολύ για θεωρία του εγκλήματος, ψυχολογία, διαίσθηση και ποιος ξέρει τι άλλο. Εγλω όμως είμαι ένας απλός γερο-μπάτσος. Θέλω να σου βάλω ακόμα μια φορά μέσα στο κεφάλι ότι η φαντασία και η ψυχολογία και η διαίσθηση δεν έχουν, και δεν πρέπει να έχουν, καμία σχέση με την αντικειμενική διαλεύκανση του εγκλήματος. Πρέπει απλώς να καταγραφούν τα γεγονότα, τα πραγματικά γεγονότα, να γίνουν οι σωστοί συσχετισμοί και να εξαχθούν τα αναγκαία συμπεράσματα. Αυτά! Όλα τ’ άλλα μας οδηγούν σε λάθος δρόμους». (λόγια του επιθεωρητή Παλμού)


Δεν μου άρεσε η επιλογή στην αρχή κάθε κεφαλαίου να υπάρχει μια συνοπτική (4-5 γραμμές) περίληψή του. Μετά τα δύο-τρία πρώτα κεφάλαια, σταμάτησα να τις διαβάζω.

Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2015

«Το μίσος» - V. Giannisis

Ο εκδοτικός οίκος φαίνεται να είναι πολύ σίγουρος ότι το μυθιστόρημα αυτό θα ευχαριστήσει τους αναγνώστες, εξού και κάνει μια πρωτοφανή κίνηση : δηλώνει πως όποιος δεν ικανοποιηθεί από το βιβλίο, μπορεί να το επιστρέψει και να πάρει ένα άλλο!

 
εκδ. Διόπτρα - σελ. 458


Η υπόθεση : Έρεμπρο, Νοέμβριος 2011. Μέσα σε διάστημα λίγων ημερών τρεις νεαρές γυναίκες δολοφονούνται βίαια και αποκεφαλίζονται. Οι δολοφονίες αυτές έχουν τρομάξει τους κατοίκους της πόλης και η Αστυνομία πιέζεται να πιάσει άμεσα τον δολοφόνο.

Όπως στα περισσότερα αστυνομικά, έτσι κι εδώ έχουμε για κεντρικό ήρωα τον επιθεωρητή που αναλαμβάνει την υπόθεση, και μάλιστα εδώ ο επιθεωρητής είναι Έλληνας, ο Άντερς Οικονομίδης –προφανώς ενός είδους alter-ego του συγγραφέα (Έλληνας μετανάστης στο Έρεμπρο κι εκείνος). Ο Οικονομίδης περιστοιχίζεται από τους αρχιφύλακες που συνθέτουν την ομάδα του, ενώ δέχεται και την βοήθεια ενός νεαρού ανάπηρου εγκληματολόγου ο οποίος έχει αφοσιωθεί στην μελέτη των κατά συρροή δολοφόνων.

Οι χαρακτήρες δεν χτίστηκαν καθόλου καλά· προσωπικά δεν ένιωσα πως έμαθα κανέναν από αυτούς. Μονάχα ο πρωταγωνιστής, Οικονομίδης, σκιαγραφείται κάπως αλλά κι αυτός όχι επαρκώς. Επίσης, ο συγγραφέας επέλεξε μεν Έλληνα πρωταγωνιστή, αλλά δεν μας έδωσε σχεδόν καθόλου στοιχεία για το παρελθόν του, την οικογένειά του, για το πώς βρέθηκε επιθεωρητής της Σουηδικής αστυνομίας – ούτε καν πώς πήρε το όνομα “Άντερς”. Γενικότερα, νομίζω πως οι χαρακτήρες θα έπρεπε να δουλευτούν περισσότερο.

Αντιθέτως, καλά χτισμένη ήταν η πλοκή από τον Γιαννίση· σπέρνει υποψίες εδώ κι εκεί και αποπροσανατολίζει διαρκώς, ενώ και το τέλος ήταν αναπάντεχο και δεν θα μπορούσα να το έχω βρει με τίποτα. Βέβαια, για να είμαι ακριβοδίκαιος, δεν είμαι απολύτως σίγουρος ότι είχε δώσει στον αναγνώστη τα αποφασιστικής σημασίας στοιχεία ώστε να έχει την ευκαιρία να βρει την άκρη του νήματος. Νομίζω πως ο Γιαννίσης σε αρκετά σημεία έκλεψε λιγάκι, μη αποκαλύπτοντάς μας στοιχεία τη στιγμή ακριβώς που τα μαθαίνουν ή τα συνειδητοποιούν οι πρωταγωνιστές (όπως κι η Lackberg και ο Nesbo –να είναι συνήθης τεχνική των Σκανδιναβών, άραγε…;).
Στα θετικά του βιβλίου, επίσης, είναι ότι απεικονίζεται αρκετά γλαφυρά ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται ένας Έλληνας μετανάστης την χώρα που τον φιλοξενεί.

Τελικά, δεν νομίζω να υπάρχει κανείς που θα εκμεταλλεύτηκε την εγγύηση επιστροφής του εκδότη και θα επέστρεψε το βιβλίο, καθώς θεωρώ ότι παίρνει έναν καλό βαθμό.




Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

«Το μαγαζάκι των αυτοκτονιών» - Jean Teulé

Έχω ξαναγράψει για μια συγκεκριμένη κατηγορία βιβλίων : αυτά που ξεκινούν από την σύλληψη μιας ευρηματικής και πολλά υποσχόμενης ιδέας, αλλά που στην συνέχεια η ιδέα αυτή δεν πλαισιώνεται από ενδιαφέρουσα πλοκή και χαρακτήρες, οπότε και τελικά δεν μετουσιώνεται σε μια θελκτική ιστορία.

 
εκδ. Μοντέρνοι Καιροί - σελ. 166
μτφ. Εύη Βαγγελάτου



Σε αυτήν την κατηγορία ανήκει και το «Μαγαζάκι των αυτοκτονιών». Μια (εν πολλοίς καταθλιπτική και με αγάπη σε κάθε τι δυσάρεστο και απαισιόδοξο) οικογένεια διατηρεί το εν λόγω κατάστημα, το οποίο πουλάει προϊόντα που βοηθούν κάποιον να αυτοκτονήσει : σχοινιά, τσιμεντόλιθους για πνιγμό, δηλητηριώδεις καραμέλες, πιστόλια, παντός είδους δηλητήρια και άλλα ακόμη πιο ευφάνταστα προϊόντα. Μοναδική παραφωνία αποτελεί ο μικρός γιος, ο οποίος είναι διαρκώς με το χαμόγελο στα χείλη, βλέπει τα πάντα αισιόδοξα και προσπαθεί να πείθει τους πελάτες να ξανασκεφτούν το ενδεχόμενο να παραμείνουν στη ζωή!

Το πρωτότυπο εύρημα σε κάνει να ξεκινήσεις θετικά προκατειλημμένος την ανάγνωση και αρχικά το μαύρο χιούμορ σου χαρίζει μερικές στιγμές μειδιάματος ή και γέλιου. Μετά από μερικές δεκάδες σελίδες, όμως, δεν έρχεται κάτι διαφορετικό για κρατήσει το ενδιαφέρον και εν τέλει με δυσκολία έφτασα στην 166η σελίδα.

Μια θετική ψήφος για το τέλος, το οποίο ήταν κάπως αναπάντεχο και ομολογουμένως έδειξε ότι μέσα από την σουρεαλιστική αυτή μαύρη κωμωδία κάτι ήθελε να πει ο συγγραφές, αλλά δεν ήταν αρκετό ώστε να αναστρέψει την συνολική αρνητική μου άποψη.

« […] Κι έπειτα, όπως συνηθίζω να λέω, μία φορά πεθαίνει κανείς, γι’αυτό και πρέπει να είναι μια στιγμή αξέχαστη»
[…]
«Όταν κάνετε την απόπειρα στην τραπεζαρία σας, να πέσετε στα γόνατα. Έτσι, ακόμη και αν η λάμα δε χωθεί αρκετά βαθιά… διότι, όπως και να’χει, πονάει… αν είστε στα γόνατα, θα πέσετε μπροστά με την κοιλιά, γεγονός που θα βυθίσει τη λάμα μέχρι τη λαβή. Και, όταν σας ανακαλύψουν, οι φίλοι σας θα μείνουν άφωνοι! Δεν έχετε φίλους; Τότε θα μείνει άφωνος ο ιατροδικαστής, που θα πει: “Είχε γερά κότσια ετούτος εδώ!”»
 

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2015

«Ληξιπρόθεσμα δάνεια» - Πέτρος Μάρκαρης

Με ανάμεικτα συναισθήματα ολοκλήρωσα αυτό το μυθιστόρημα του Π. Μάρκαρη.

 
εκδ. Γαβριηλίδης - σελ. 428


Η υπόθεση έχει ως εξής : το καλοκαίρι του 2010, ένας δολοφόνος αποκεφαλίζει στελέχη του τραπεζικού και του ευρύτερου οικονομικού τομέα, ενώ παράλληλα μπόλικες αφίσες, που καλούν τον κόσμο να μην ξεπληρώνει τα δάνεια στις τράπεζες, κατακλύζουν την πρωτεύουσα. Και όλα αυτά μέσα στην οικονομική κρίση που μαστίζει την χώρα.

Καταρχήν, η γραφή είναι 100% αντιπροσωπευτική της αστυνομικής γραφής που μας έχει επιδείξει ο Π.Μ. και στις προηγούμενες ιστορίες του Κώστα Χαρίτου. Γοργές και περιεκτικές περιγραφές, εύστοχοι και ζωντανοί διάλογοι και –πάνω από όλα– μια εκπληκτική πρόζα που σκιαγραφεί εξαιρετικά την κοινωνία μας μέσα από τις σκέψεις του αστυνόμου. Επιπλέον, σαν κινητός χάρτης της Αθήνας, ο Χαρίτος μας περιγράφει τις διαδρομές που κάνει, με τόσες λεπτομέρειες που είναι απίθανο να γνωρίζεις, σε σημείο που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν πραγματικά ζεις κι εσύ στην Αθήνα!
Όλα αυτά τα στοιχεία για τα οποία αγαπήθηκε ο Μάρκαρης, λοιπόν, υπάρχουν κι εδώ, και παρότι κινδυνεύουν να χαρακτηριστούν “μανιέρα”, εντούτοις κάνουν τελικά το έργο να κυλάει γρήγορα και να κρατά το ενδιαφέρον σε υψηλά επίπεδα.

Από την άλλη, δεν μπορώ να μην γράψω και τα αρνητικά –όπως, τουλάχιστον, τα αισθάνθηκα εγώ.
Αρχικά μου δόθηκε η εντύπωση πως ο Μάρκαρης “πίεσε τον εαυτό του” να συμπεριλάβει μέσα στο μυθιστόρημα γεγονότα της κρίσης, καθώς αποφάσισε να γράψει την «Τριλογία της κρίσεως», αλλά κατά τη γνώμη μου δεν κατάφερε να τα δέσει απόλυτα ομοιόμορφα με την υπόθεση· σε ορισμένα σημεία είτε έμοιαζαν παράταιρα ή αχρείαστα για την υπόθεση, είτε έδιναν την αίσθηση ότι ο συγγραφέας δεν “πλάθει μύθο” αλλά αρθρογραφεί.
Επιπλέον, θα μπορούσαν κάλλιστα να λείπουν 50-60 σελίδες ενώ επίσης εκτιμώ πως και το πλέξιμο της υπόθεσης λίγο χωλαίνει· δεν πείστηκα για τα κίνητρα των εγκλημάτων έτσι όπως αυτά αποκαλύφθηκαν στο τέλος.
Ίσως τελικά να έχουν μια κάποια αλήθεια οι απόψεις που έχω διαβάσει σχετικά με την «Τριλογία της κρίσεως» : ότι, δηλαδή, ο Μάρκαρης “πιέστηκε/πίεσε τον εαυτό του” να γράψει απανωτά βιβλία μέσα στην κρίση με σκοπό να την αποτυπώσει, με (φυσική) συνέπεια να μην μπορεί να βγει αποτέλεσμα εξίσου εξαιρετικό με τα προηγούμενα βιβλία του.


Μία σκέψη που είχα κατά την ανάγνωση σχετίζεται με το αν μπορεί προς το παρόν να υπάρξει λογοτεχνία της κρίσης. Πολλοί υποστηρίζουν –και πιθανώς να έχουν δίκιο– πως δεν μπορεί να υπάρχει διότι ο συγγραφέας δεν είναι ακόμα αποστασιοποιημένος από την τρέχουσα κατάσταση και πως για να υπάρξει η αναγκαία αποστασιοποίηση θα πρέπει να περάσουν 5-10 χρόνια.
Διαβάζοντας τα «Ληξιπρόθεσμα δάνεια», σκέφτηκα ότι τελικά ίσως και να μπορεί να γράψει κανείς λογοτεχνία της κρίσης. Και αυτό γιατί η κρίση αποδεικνύεται πως δεν έχει μία και μοναδική μορφή, δεν είναι μια στάσιμη κατάσταση, αλλά είναι μια διαρκώς μεταβαλλόμενη (προς το χειρότερο) κατάσταση. Έτσι, εδώ βλέπουμε πως το “μακρινό” 2010 ο κόσμος ανησυχούσε για το κόψιμο του 13ου & 14ου μισθού και για τις αλλαγές στο ασφαλιστικό, πράγματα που στο 2015 έχουν ήδη ξεχαστεί και θεωρούνται δεδομένα κακά…


Μερικά αποσπάσματα :

«Δεν υπάρχουν κοινωνίες […]. Υπάρχουν μόνο ομάδες. Επιχειρηματίες που αγωνίζονται για τα συμφέροντά τους, εργαζόμενοι που αγωνίζονται για τα δικά τους, μέσω των συνδικάτων και άλλων οργανώσεων, υπάρχουν μόνο ομάδες που υπερασπίζονται τα συμφέροντά τους. Η κοινωνία είναι ένα εφεύρημα».
[…]
Εσείς όμως δεν έχετε μηχανισμούς για να εισπράττετε φόρους. Από τη μία θέλετε αυτοί που παράγουν και κερδίζουν να ξοδεύουν τα κέρδη τους υπέρ των φτωχών, που είναι άδικο. Από την άλλη δεν μπορείτε να εισπράξετε τους φόρους από τους πλούσιους, που θα ήταν δίκαιο. Ένας από τους λόγους που κατέρρευσε η χώρα σας είναι και επειδή δεν μπόρεσε να βάλει τις σχέσεις ανάμεσα στις ομάδες σε σωστή βάση». (σελ. 167)


«Γιατί ο αθεόφοβος είπε ότι δεν υπάρχει κοινωνία. Ξέρεις τι θα πει να φας τη ζωή σου σε φυλακές, εξορίες, βασανιστήρια, για ν’ αλλάξεις την κοινωνία, κι αυτός να σου λέει ότι αυτό που ήθελες ν’ αλλάξεις δεν υπάρχει; Σου τα γκρεμίζει όλα». (σελ. 277)


«Δεν ξέρω τι θα κάνετε, αλλά θυμάσαι ,τι λέγαμε παλιά: τα πρώτα ογδόντα χρόνια είναι δύσκολα, μετά πεθαίνεις κι ησυχάζεις. Λοιπόν τώρα, τα πρώτα ογδόντα χρόνια δεν είναι μόνο δύσκολα, πάνε να γίνουν και εργάσιμα». (σελ. 388)


«Εδώ και στο νοσοκομείο χρειάζεσαι μέσο, για να μη σε πετάξουν σε κανένα ράντζο στον διάδρομο και να περιμένεις κάποιον ασκούμενο γιατρό ν’ ασχοληθεί μαζί σου, όποτε του καπνίσει. Μπορεί η κάθε τρόικα να λέει ό,τι θέλει, αλλά το μέσο σώζει ζωές στη Ελλάδα. (σελ. 428)


Σάββατο 22 Αυγούστου 2015

«Κοινόχρηστα εγκλήματα» - Εύη Σαλτού

Ο Ηρακλής Καμπούρης δεν έχει παρά μονάχα δύο ενδιαφέροντα στη ζωή του : να παρατηρεί και να μελετάει τα πόδια των ανθρώπων (κουσούρι που του κόλλησε στην παιδική του ηλικία, όταν και ζώντας σε υπόγειο, τα πόδια των περαστικών ήταν η μοναδική του θέα) και να ασχολείται με την διαχείριση της πολυκατοικίας όπου κατοικεί.
Ο θάνατος ενός ιδιόρρυθμου ηλικιωμένου ένοικου της πολυκατοικίας θα είναι η ευκαιρία του Ηρακλή να αποδείξει στους υπόλοιπους ενοίκους (αλλά και στον εαυτό του) ότι είναι κάτι παραπάνω από ένας αποτυχημένος “ποδολόγος” διαχειριστής.

 
εκδ. Μοντέρνοι Καιροί - σελ. 285


Ομολογώ πως η περίληψη και το εξώφυλλο είναι κάπως παραπλανητικά ως προς το τι πρέπει να περιμένει ο κάποιος από τούτο το βιβλίο. Δίνεται η εντύπωση μιας χιουμοριστικής παρωδίας, ενός ξεκαρδιστικού μίγματος γέλιου και ειρωνίας, παραχωμένα ανάμεσα σε κωμικοτραγικές καταστάσεις.
Και είναι αλήθεια πως αρχικά σε τέτοια επίπεδα κινείται η Σαλτού. Με μια στακάτη γραφή και με ένα… επιτηδευμένα επιτηδευμένο ύφος, καταφέρνει να εντυπωσιάζει με την ικανότητά της στον χειρισμό της γλώσσας αλλά και να μας χαρίζει, αν όχι κάποιες στιγμές γέλιου, τότε σίγουρα μερικά μειδιάματα, επιβεβαιώνοντας τις προσδοκίες μας για ένα χιουμοριστικό μυθιστόρημα.

Κι εκεί –λίγο μετά τη μέση– που η ευφυής και στακάτη γραφή έχει αρχίζει να κουράζει (καθώς ο αρχικός εντυπωσιασμός λογικό είναι να μην διαρκεί για πάντα) και που η απουσία στέρεας πλοκής επιβαρύνει την κατάσταση, τότε είναι που η συγγραφέας κάνει μια απότομη στροφή· η γραφή της παραμένει μεν αιχμηρή, αλλά αποποιείται την πρότερη ειρωνεία της και πλέον γίνεται λυρική, ρομαντική, και ακόμα πιο αληθινή, συνθέτοντας ένα σχεδόν ποιητικό πεζογράφημα και δένοντας μαεστρικά τα προηγούμενα με τα επόμενα, αφήνοντάς μας τώρα να καταλάβουμε πού η ίδια το πήγαινε εξαρχής.
Εν τέλει, ο υπότιτλος «μαύρη κωμωδία μαύρων ψυχών» είναι απόλυτα αντιπροσωπευτικός του βιβλίου. Τις «μαύρες ψυχές» θέλει εδώ να αναδείξει εδώ η Σαλτού. Τις ψυχές που είτε επιλέγουν, είτε βολεύονται, είτε αναγκάζονται να ζουν κάτω από ένα πέπλο ψεμάτων και υποκρισίας, από το οποίο δεν μπορούν ή δεν θέλουν να προσπαθήσουν να δραπετεύσουν. Τις ψυχές αυτές προσπαθεί να παρατηρήσει, να ξεμπροστιάσει, να κατανοήσει, να παρακινήσει κι εμάς να τις κατανοήσουμε. Και μέσα από αυτήν την μαύρη φαρσοκωμωδία, νομίζω πως τα καταφέρνει καλά.


Πέμπτη 30 Ιουλίου 2015

«Ο λυτρωτής» - Jo Nesbo

Διάβασα σε πολύ κοντινή χρονικά απόσταση δύο μυθιστορήματα των πιο φημισμένων Σκανδιναβών συγγραφέων αστυνομικών, οπότε μοιραία και ασυνείδητα διεξήχθη μια σύγκριση στον νου μου.
Στην άτυπη αυτή μονομαχία, η Camilla Läckberg επικράτησε του Νορβηγού συναδέλφου της.


εκδ. Μεταίχμιο - σελ. 660
μτφ. (από τα Αγγλικά) Γωγώ Αρβανίτη


Προ ημερών έγραφα για την πολύ καλή εντύπωση που μου είχε αφήσει ο «Ιεροκήρυκας». Τώρα μπορώ να πω ότι η γνωριμία μου με την γραφή του πολυδιαφημισμένου Τζο Νέσμπο δεν με άφησε ικανοποιημένο. Σαφώς δεν πρόκειται για ένα κακό βιβλίο ή ένα βιβλίο που δεν διαβάζεται, αλλά όσο να’ναι, από τον πλασαρισμένο ως παγκόσμιο μετρ των αστυνομικών μυθιστορημάτων περιμένεις κάτι το εξαιρετικό. Και κάτι τέτοιο δεν βρήκα εδώ.

Εν ολίγοις η ιστορία έχει ως εξής : ένας πληρωμένος δολοφόνος εκτελεί ένα μέλος του Στρατού Σωτηρίας, αλλά γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι έχει σκοτώσει λάθος άτομο. Έτσι, επανέρχεται στην αποστολή του, αλλά ήδη η αστυνομία έχει κινητοποιηθεί και τον κυνηγά ασταμάτητα.

Καταρχήν, δεν πρόκειται για καθαρό αστυνομικό, καθώς δεν περιλαμβάνει καθόλου το whodunit κομμάτι του είδους. Εξαρχής γνωρίζουμε κάποια πράγματα για τον δολοφόνο και απομένει να μάθουμε περισσότερες λεπτομέρειες για εκείνον, αλλά και το ποιος έκλεισε το συμβόλαιο θανάτου. Έτσι, αφού δεν χρειάζεται να μαντέψουμε τον ένοχο ανάμεσα σε ένα πλήθος υπόπτων, το μόνο που απομένει είναι το στοιχείο του θρίλερ –και θρίλερ για 660 σελίδες γίνεται κάπως κουραστικό.
Σε γενικές γραμμές, αν έλειπαν καμιά εκατοστή σελίδες και αν εξηγούνταν περισσότερο πειστικά τα κίνητρα και η τελική αλήθεια (προσωπικά δεν πείστηκα και δεν μου φάνηκε ότι ο συγγραφέας μας είχε δώσει τα κατάλληλα στοιχεία ώστε να έχουμε τη δυνατότητα να μαντέψουμε το τι τελικά είχε συμβεί), εκτιμώ πως η ιστορία θα ήταν πιο ελκυστική.


Τρίτη 7 Ιουλίου 2015

«Ο ιεροκήρυκας» - Camilla Läckberg

Μια εξαιρετική –αναγνωστικά– εβδομάδα πέρασα παρέα με τον «Ιεροκύρηκα» της Σουηδέζας συγγραφέως.


εκδ. Μεταίχμιο - σελ. 537
μτφ. Γρηγόρης Κονδύλης


Η ιστορία εκτυλίσσεται κάτω από τον ισχυρό καύσωνα του Ιουλίου και ξεκινάει με την ανακάλυψη του πτώματος μια νεαρής Γερμανίδας. Μαζί της ανακαλύπτονται και δύο ακόμη πτώματα γυναικών που είχαν εξαφανιστεί προ εικοσιπενταετίας. Την υπόθεση αναλαμβάνει ο Πάτρικ Χέλστρεμ, σε μια περίοδο που η σύζυγός του, Έρικα, διανύει τον τελευταίο μήνα της εγκυμοσύνης της.

Έμεινα πολύ ικανοποιημένος από αυτό το αστυνομικό. Είναι ένα γεμάτο μυθιστόρημα· η ιστορία του ξεδιπλώνεται τόσο αργά ώστε να μπορείς να την παρακολουθείς και να την απολαμβάνεις, αλλά ταυτόχρονα και τόσο γοργά ώστε να μην πλήττεις σε κανένα σημείο –και δεν είναι εύκολο για ένα βιβλίο 500+ σελίδων να μην σου δίνει ούτε καν την παραμικρή αφορμή να βαρεθείς!

Η πρωτοτυπία που μας παρουσιάζει εδώ η Läckberg είναι πως το βιβλίο δεν περιστρέφεται γύρω από τον επιθεωρητή και την ομάδα του, ούτε καν γύρω από την Έρικα (η οποία είναι προφανώς το alter-ego της συγγραφέως). Για την ακρίβεια το βιβλίο δεν περιστρέφεται γύρω από κανέναν συγκεκριμένα.
Παρότι όλοι ανεξαιρέτως οι χαρακτήρες σκιαγραφούνται άρτια (ακόμη και για τριτεύοντες χαρακτήρες που κάνουν ένα απλό πέρασμα μιας-δυο σελίδων, μαθαίνουμε αρκετά στοιχεία για την ζωή τους), το μυθιστόρημα έχει ως κεντρικό και μοναδικό άξονα την ίδια την ιστορία που θέλει να αφηγηθεί. Κανείς δεν είναι υπεράνω της πλοκής· η προσοχή και η βαρύτητα μοιράζεται εξίσου σε όλους : υπόπτους, θύματα, θύτες, ερευνητές,

Το μόνο που θα μπορούσα να προσάψω στην Läckberg είναι ότι ενώ χρησιμοποιεί την τεχνική του παντογνώστη αφηγητή, εντούτοις σε δυο-τρεις σκηνές μας αποκρύπτει κάποιους διαλόγους. Επειδή όμως το κάνει για να εντείνει την αγωνία μας (και εξάλλου, αφού σε τελική ανάλυση, ευχαριστήθηκα πολύ το βιβλίο), θα της συγχωρήσω αυτήν την “κλεψιά”.