Παρασκευή 29 Μαΐου 2015

«Εγκλήματα στην πανσιόν “Απόλλων”» - Ανδρέας Αποστολίδης

Ο Αποστολίδης είναι (τουλάχιστον σε εμένα) περισσότερο γνωστός ως μεταφραστής αστυνομικής λογοτεχνίας, παρά ως γραφιάς. Έτσι, φαντάζομαι πως μετά από κάμποσες μεταφράσεις αγγλοσαξονικών αστυνομικών μυθιστορημάτων, θέλησε κι ο ίδιος να γράψει κάτι αντίστοιχο ελληνικό.


 
        εκδ. Το Βήμα - σελ. 248

Κι αν το κλασσικό εγγλέζικο αστυνομικό περιλαμβάνει ένα έγκλημα σε μια απομονωμένη έπαυλη και συγκεκριμένους υπόπτους, τότε το αντίστοιχο ελληνικό που θα φιλοδοξούσε να βαδίσει στα ίδια χνάρια, δεν θα μπορούσε παρά να διαδραματίζεται σε ένα ήσυχο παραθαλάσσιο θέρετρο που φιλοξενεί λιγοστούς παραθεριστές.
Η ιστορία τοποθετείται τον Σεπτέμβριο του 1974 και σε αδρές γραμμές έχει ως εξής : καμιά δεκαριά ένοικοι παραθερίζουν στην πανσιόν «Απόλλων», όπου και θα γίνουν δύο δολοφονίες.

Κλασική μορφή αστυνομικού, λοιπόν, αλλά με δύο διαφορές.
Πρώτον ο κεντρικός ήρωας δεν είναι αστυνόμος, αλλά ο δικηγόρος Ανδρέας Οικονόμου, ο οποίος αφού έτυχε να βρίσκεται στον τόπο των γεγονότων ψάχνει να μάθει το τι έχει στα αλήθεια συμβεί.
Δεύτερη πρωτοτυπία είναι η διαρκής μετάβαση σε διάφορες χρονικές στιγμές & ημέρες· από τις πρώτες ημέρες των διακοπών στις ώρες μετά την ανακάλυψη των φόνων, και πάλι τούμπαλιν. Με αυτό τον τρόπο προσπαθεί ο συγγραφέας (όχι απολύτως επιτυχημένα, είναι η αλήθεια) να μας βάλει στο μυαλό του δικηγόρου Οικονόμου και να δούμε πώς εκείνος συνδυάζει εκ των υστέρων τις όποιες πληροφορίες είχε πρωτύτερα μάθει.

Ο Αποστολίδης επέλεξε να επικεντρωθεί αποκλειστικά στην πλοκή (αγνοώντας περιγραφές του περιβάλλοντος και το χτίσιμο ενδιαφερόντων χαρακτήρων) και μέχρι ένα σημείο τα κατάφερε· ως την μέση περίπου η αγωνία συνεχώς κορυφώνεται, αφού όλο και περισσότερες μυστικές σχέσεις μεταξύ των ενοίκων αποκαλύπτονται και καμία μαντέψια εκ μέρους του αναγνώστη δεν μπορεί να είναι ασφαλής.
Όμως, από ένα σημείο και μετά η πλοκή σαν να αυτονομήθηκε, σαν να ξέφυγε από το έλεγχο του Α.Π. και θέλησε από μόνη της να πάρει τον πρωταγωνιστικό ρόλο (λες και δεν τον κατείχε ήδη…), πλατειάζοντας επικίνδυνα και καταλήγοντας τελικά να είναι ένα άσκημο συνονθύλευμα στοιχείων και υπόπτων.
Η αρχική μου αγωνία για τη λύση του αινίγματος, λοιπόν, μεταμορφώθηκε σε ένα ενοχλητικό μπέρδεμα και πρέπει να ομολογήσω πως εν τέλει ούτε καν κατάλαβα επακριβώς ποιος ήταν ο ένοχος…!


Από την ίδια σειρά, Ελληνικών αστυνομικών ιστοριών, το 2011 είχε κυκλοφορήσει και το «Κόκκινο βάζο».


Πέμπτη 16 Απριλίου 2015

«Οι μανούβρες» - Γιώργος Πιντέρης

Σε προηγούμενες αναφορές μου σε βιβλία του Γ. Πιντέρη ήμουν εγκωμιαστικός, αλλά εδώ δηλώνω σχετικά απογοητευμένος.

 
εκδ. Θυμάρι - σελ. 194


Παρότι το βιβλίο τιτλοφορείται «Οι μανούβρες», εν τέλει πολύ λιγότερο ο συγγραφέας ασχολείται με αυτές και περισσότερο με άλλα (παρεμφερή) ζητήματα.

Στο πρώτο κεφάλαιο αναλύει την έννοια της ευθύνης και διαχωρίζει τους ανθρώπους σε τρεις κατηγορίες, ανάλογα με το σε ποιο ποσοστό αναγνωρίζουν προσωπική τους ευθύνη σε θέματα που τους αφορούν : τους ανεύθυνους, τους υπερ-υπεύθυνους και τους υπεύθυνους. Ο ίδιος ο συγγραφέας το θεωρεί ως το σημαντικότερο κεφάλαιο εκ των τριών.

Στο δεύτερο κεφάλαιο ασχολείται με την αρνητική κριτική και παραθέτει τρόπους με τους οποίους μπορούμε να την διαχειριζόμαστε. Δίνει τρεις “τεχνικές” οι οποίες εν πολλοίς μπορώ να πω ότι είναι πρακτικά εφαρμόσιμες. Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για πιο πετυχημένο και περισσότερο τεκμηριωμένο κομμάτι του βιβλίου.

Το τρίτο κεφάλαιο πραγματικά με απογοήτευσε. Εδώ εισάγεται η έννοια της μανούβρας, παρατίθενται κάμποσα θεωρητικά μοντέλα, ενώ ακολουθούν και κάποιες ελάχιστες προτάσεις αντιμετώπισής των.  Όμως, τα μοντέλα ήταν περισσότερο θεωρητικά από όσο θα ήθελα (και από όσο μας είχε συνηθίσει ο Πιντέρης στα άλλα βιβλία του) ενώ και τα “αντίκολπα” ήταν υπεερβολικά περιληπτικά –θα έλεγε κανείς πως υπήρχε περιορισμός σελίδων και δεν υπήρχε η δυνατότητα επέκτασης! Προσωπικά δεν πείστηκα σε ικανοποιητικό βαθμό για την πρακτική εφαρμογή του κεφαλαίου αυτού.


Σε γενικές γραμμές, από τα βιβλία του Πιντέρη ήταν αυτό που μου έδωσε την περισσότερη τροφή για σκέψη (υποθέτω, επειδή βρήκα κάμποσα σημεία που είτε δεν με έπεισαν απολύτως είτε δεν με βρήκαν σύμφωνο) και ήταν αυτό που μου ενέπνευσε την μεγαλύτερη επιθυμία να το συζητήσω με τον συγγραφέα, να του εκθέσω τις ενστάσεις μου και να του ζητήσω περισσότερες διευκρινίσεις. Ίσως σε αυτό να συνέβαλλε το γεγονός ότι έλειψαν τα ποικίλα παραδείγματα βγαλμένα από την καθημερινή ζωή ή από παλαιότερους πελάτες του, τεχνική που μας είχε “καλομάθει” να χρησιμοποιεί αρκετά ο Γ.Π., επεξηγώντας και εκλαϊκεύοντας τις θεωρίες του.


Εδώ και εδώ μπρορείτε να δείτε τη γνώμη μου για κάποια άλλα βιβλία του Πιντέρη.


Κυριακή 15 Μαρτίου 2015

«Κανείς δε θα γλιτώσει» - Romain Sardou

Το μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα είναι ο ορισμός του page-turner· το ξεκίνησα χαλαρά ένα απόγευμα και το επόμενο μεσημέρι είχα ήδη καταβροχθίσει τις 300 πρώτες σελίδες!
 

εκδ. Λιβάνη - σελ. 469
μτφ. Ρένα Λέκκου-Δάντου


Αρχές Φεβρουαρίου του 2007, είκοσι τέσσερα πτώματα ανακαλύπτονται σε ένα εργοτάξιο του Νιου Χάμσαϊρ. Κανένα στοιχείο για την ταυτότητα των θυμάτων και κανείς δεν τα αναζητά.
Λίγες ώρες προτού ανακαλυφθούν τα θύματα, καταφθάνει στην περιοχή ο νεαρός καθηγητής λογοτεχνίας, Φρανκ Φράνκλιν, ο οποίος μερικές εβδομάδες αργότερα θα γίνει το βασικό γρανάζι στην προσπάθεια της ανακάλυψης και του ενόχου. Τελικά όμως, όσο πλησιάζει στο να παγιδεύσει τον δολοφόνο, τόσο περισσότερο κινδυνεύει και ο ίδιος.

Ας ξεκινήσω με ένα αρνητικό και να αφήσω για το τέλος τα θετικά· εξάλλου θετικότατη είναι η γνώμη μου για το βιβλίο. Το μειονέκτημα, λοιπόν, που εντόπισα είναι μια αδυναμία του Sardou στις περιγραφές : παρότι ένα σημαντικό μέρος της υπόθεσης εξελίσσεται σε ένα ιδιότυπο πανεπιστήμιο, το οποίο βρίσκεται μέσα στο κατάφυτο δάσος, καταλαμβάνει τεράστιες εκτάσεις και αποτελείται από ποικίλα και διάφορα κτίρια, εντούτοις όλα αυτά δεν μου φάνηκε πως αποδόθηκαν τόσο παραστατικά ώστε να μπορέσουν να σε βάλουν στο κλίμα και να αισθάνεσαι ότι όντως βρίσκεσαι εκεί.
Κατά τα άλλα, πρόκειται για ένα πάρα πολύ καλό αστυνομικό θρίλερ. Έξυπνη πλοκή, κατάλληλα δοσμένες δόσεις δράσης και -πάνω από όλα- μια διαρκής αδημονία για να πας παρακάτω και να μάθεις τελικά την αλήθεια· μια αλήθεια που αλλάζει πολλές φορές όψη εξαιτίας των ποικίλων ανατροπών.


Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2015

«Πώς να αντιμετωπίσετε τις παράλογες συμπεριφορές» - Ori Brafman & Rom Brafman

Η αλήθεια είναι πως αποφεύγω τα βιβλία αυτοβοήθειας (και ειδικά γραμμένα από ξένους συγγραφείς), καθώς όλα αυτά τα «πώς να κάνετε εκείνο και πώς να κάνετε το άλλο…» ποτέ δεν μου γέμιζαν το μάτι· από τα ένα-δυο που είχα παλαιότερα διαβάσει, είχα σχηματίσει την γνώμη πως περισσότερο αόριστε κοπιαρισμένες κοινοτυπίες προσφέρουν, παρά πραγματικές και ουσιαστικές συμβουλές.

 
εκδ. Μοντέρνοι Καιροί - σελ. 213
μτφ. Κωνσταντίνα Καρύδη


Ετούτο εδώ το βιβλίο, όμως, είναι διαφορετικό από όσα είχα μέχρι σήμερα συναντήσει. Η διαφορά του έγκειται στο ότι (παρά τον βαρύγδουπο τίτλο του) δεν δίνει συμβουλές για το πώς μπορεί κάποιος να αντιμετωπίσει, αλλά απλώς προσπαθεί να εξηγήσει και να εντοπίσει της αιτίες που κρύβονται πίσω από φαινομενικά παράλογες συμπεριφορές που συναντάμε στην καθημερινότητά μας.

Το βιβλίο είναι διαρθρωμένο σε οκτώ ολιγοσέλιδα κεφάλαια, καθένα από τα οποία εξετάζει και μια αιτία παράλογων συμπεριφορών (ενδεικτικά : η αποστροφή της απώλειας, η διαγνωστική προκατάληψη, κτλ) ενώ όλα τα συμπεράσματα βγαίνουν μέσα από έρευνες και πειράματα, λεπτομέρειες για τα οποία υπάρχουν στο τέλος.

Για να δώσω μια γεύση από το τι περιλαμβάνεται : πώς ένας πολύπειρος πιλότος και υπεύθυνος ασφαλείας μίας από τις μεγαλύτερες αεροπορικές εταιρείας, γίνεται η αιτία για ένα πολύνεκρο δυστύχημα; Γιατί φοιτητές πανεπιστημίου είναι διατεθειμένοι συμμετάσχουν σε μια δημοπρασία με έπαθλο ένα εικοσαδόλαρο προσφέροντας μέχρι και διακόσια δολάρια; Γατί δεν αγοράζουμε χοτ-ντογκ από έναν πάγκο παρά μόνο αφού δούμε μερικούς τύπους με ιατρικές ρόμπες να τρώνε από εκεί; Γιατί είμαστε διατεθειμένοι να εξυπηρετήσουμε αφιλοκερδώς κάποιον που έχει την ανάγκη μας αλλά αλλάζουμε στάση εάν επιπροσθέτως να προσφέρει και ένα χρηματικό αντίτιμο; Ποια είναι η διαφορά όταν ένας διάσημος βιολονίστας δίνει ένα κονσέρτο και όταν παίζει βιολί στον σταθμό του μετρό;

Αυτό που μαθαίνει κανείς από το βιβλίο των αδερφών Brafman είναι ότι όλοι μας –ανεξαρτήτως θέσης, μόρφωσης, εκπαίδευσης, εμπειρίας–  είμαστε ευάλωτοι σε παράλογες συμπεριφορές, οι οποίες ωθούνται από βαθιά ριζωμένα ένστικτα και απαιτείται πολλή θέληση για να τις αποφύγουμε.


Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015

«Το γυάλινο χωριό» & «Αντίλαλοι νεκρών»


«Το γυάλινο χωριό» - Ellery Queen
 
Ο συγγραφέας Ellery Queen δεν υπάρχει. Αυτό είναι το ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσαν δύο ξαδέρφια –ο Frederic Dannay και ο Manfred Bennington Lee– για τις αστυνομικές ιστορίες που έγραφαν, και μάλιστα το χρησιμοποιούσαν και ως όνομα του κεντρικού τους ήρωα, του ντεντέκτιβ Queen (ο οποίος, όμως, δεν εμφανίζεται στο «Γυάλινο χωριό»).


εκδ. Το Βήμα - σελ. 210
μτφ. Τασσώ Καββαδία


Σε ένα πολύ μικρό αμερικάνικο χωριό –τριάντα επτά κατοίκους έχει όλους κι όλους–, το μεσημέρι του Σαββάτου 5 Ιουλίου, η ενενηντάχρονη φημισμένη ζωγράφος Φάννυ Άνταμς δολοφονείται βίαια. Όλοι οι χωριανοί είναι βέβαιοι για την ενοχή ενός ξένου, ο οποίος τριγύριζε ύποπτα εκείνο μεσημέρι στο χωριό. Εξάλλου, για όλους είναι αδύνατον ένας συγχωριανός τους να ευθύνεται για ένα τόσο άγριο έγκλημα.

Προφανώς πρόκειται για μια κλασική αστυνομική ιστορία που διαδραματίζεται σε έναν περιορισμένο χώρο και με πολύ συγκεκριμένους υπόπτους. Αυτό που δεν είναι κοινότοπο, όμως, είναι η μέθοδος με την οποία ανακαλύπτεται ο ένοχος. Δεν γίνεται μέσω ανακρίσεων από τις Αρχές (οι χωριανοί αρνούνται να παραδώσουν τον ξένο στην αστυνομία, καθώς οι ίδιοι έχουν ήδη αποφασίσει την ενοχή του), αλλά μέσω μιας δίκης-παρωδίας που στήνεται στο χωριό. Το τέχνασμα αυτό καταφέρνει να εξευμενίσει τους χωριανούς, πείθοντάς τους πως η δικαιοσύνη θα αποδοθεί επί τόπου και χωρίς παρεμβάσεις από “μη-συγχωριανούς τους”, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπει να εξακριβωθεί και το άλλοθι καθενός εξ αυτών.

Σύντομο κι ευκολοδιάβαστο βιβλιαράκι που κρατάει καλή συντροφιά για δυο-τρεις ωρίτσες.

                                           
Χάρη σε αυτό το βιβλίο έμαθα πως η αείμνηστη Τασσώ Καββαδία, εκτός από σημαντική καριέρα στην ηθοποιία, είχε και αξιοσημείωτο μεταφραστικό έργο.





«Αντίλαλοι νεκρών» - Johan Theorin


1972. Σε ένα μικρό σουηδικό νησί, το Έλαντ, ένα αγόρι εξαφανίζεται. Μια εικοσαετία περίπου αργότερα, η μητέρα του αγοριού επιστρέφει στο νησάκι, καθώς ο ηλικιωμένος πατέρας της έχει ανακαλύψει νέα στοιχεία για την εξαφάνιση του μικρού.


εκδ. Μεταίχμιο - σελ. 464
μτφ. Σωτήρης Σουλιώτης


Αρκετά βαρετό το πρωτόλειο του Theorin στην αρχή, διάβασα με κόπο τις πρώτες εκατό σελίδες και σκέφτηκα κάμποσες φορές να το παρατήσω.
Τελικά επέμεινα και το ολοκλήρωσα.
Η συνέχεια δεν ήταν τόσο βαρετή όσο το ξεκίνημα· κάποια ελάχιστη δράση υπήρχε σποραδικά, η πλοκή προωθούνταν -έστω και αργά-, ενώ τα συνεχή φλας-μπακ στο προς εικοσαετίας παρελθόν προσέθεταν μερικές ενδιαφέρουσες πινελιές.
Μπορώ να πω ότι αισθάνθηκα ενός είδους δικαίωση για την επιμονή μου, καθώς από ένα σημείο και μετά υπήρξαν ανατροπές που δεν τις είχα υποψιαστεί, αλλά τελικά και αυτές δεν ήταν τόσες πολλές και τόσο έντονες ώστε να βελτιώσουν σημαντικά τη γνώμη μου για το βιβλίο.

Συνολικά, θα έλεγα πως πρόκειται για ένα φλύαρο και άνευρο μυθιστόρημα. Δεν έχει την αγωνία, το μυστήριο, τις συγκρούσεις και τους γρίφους που εγώ θέλω από ένα αστυνομικό. Το μόνο θετικό στοιχείο που εντόπισα είναι η σκιαγράφηση της ψυχολογίας της τραγικής μητέρας, η οποία γυρίζει στον μοιραίο τόπο προσπαθώντας να ανακαλύψει την αλήθεια αλλά ταυτόχρονα προσπαθεί και να συμφιλιωθεί και με την μοίρα της, να ξεφύγει από του εφιάλτες της, ώστε να μπορέσει να προχωρήσει στη ζωή της.


Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

«Ο άλλος» - Παύλος Μεθενίτης

Γλώσσα ή πλοκή; Αυτό το ερώτημα επανερχόταν συνεχώς στον νου μου καθώς διάβαζα το πρωτόλειο έργο του Μεθενίτη. Προσωπικά ανήκω στην κατηγορία των αναγνωστών που έλκονται περισσότερο μια ενδιαφέρουσα πλοκή, από μια ιστορία που αξίζει να ειπωθεί, παρά από την όμορφη γλώσσα και τις παραστατικές εικόνες. Παρόλα αυτά, δεν μπορώ να μην γράψω πως απήλαυσα την γλώσσα του Π.Μ., καθώς αυτό ακριβώς είναι το βασικό ατού του μυθιστορήματος. Μια γλώσσα οξεία και αιχμηρή, ειρωνική, με γλαφυρές εικόνες και πλουσιότατο λεξιλόγιο (πρέπει να ομολογήσω πως είχα κάμποσες άγνωστες λέξεις!).


 
εκδ. Καστανιώτη - σελ. 429


Ο 45χρονος Αλέξης Αποστόλου αποτελεί τον ορισμό του ‘ανθρώπου της διπλανής πόρτας’. Είναι παντρεμένος, ζει με την γυναίκα του και τον προσφάτως ενηλικιωθέντα γιο τους, η χήρα μάνα του δεν χωνεύει την νύφη της (και το αντίστροφο), ενώ στην δουλειά του υποχρεώνεται να καλύπτει τις λοβιτούρες του πλούσιου (και μεγαλοαπατεώνα) αφεντικού του, χωρίς βέβαια κάποια προσωπικά οφέλη για τον ίδιον.
Ο Αλέξης, παρότι δεν το παραδέχεται ούτε στον εαυτό του, ασφυκτιά στην μονότονη και γεμάτη υποχρεώσεις ζωή του και μοιάζει να είναι ολόκληρος μια βόμβα έτοιμη να εκραγεί· το μόνο που του χρειάζεται είναι μια σπίθα, μια τόση δα σπίθα που θα ανάψει το φιτίλι του και θα δώσει το έναυσμα σε μια ηχηρή έκρηξη.
Και η σπίθα αυτή δεν θα αργήσει να έρθει. Ένας καλός του φίλος –εκ διαμέτρου αντίθετος από εκείνον· μποέμ και αντισυμβατικός–  του δίνει τις προϋποθέσεις για να κάνει το μπαμ! και να απελευθερωθεί από τα δεσμά του, ενώ ακολούθως, η γυναίκα τού δίνει την κατάλληλη αφορμή για να το κάνει. Η ολοκληρωτική αλλαγή του Αλέξη συντελείται ακαριαία : αρπάζει τα λεφτά του αφεντικού του και τα βροντάει όλα κάτω, βγάζοντας τη στολή του φιλήσυχου οικογενειάρχη και φορώντας αυτή του τυχοδιώκτη.

Το μυθιστόρημα δεν έχει καταιγιστική δράση, ανελέητα κυνηγητά, απρόσμενες ανατροπές, και τα συνήθη στοιχεία ενός θρίλερ. Παρότι φαινομενικά έχει όλα τα συστατικά του, εντούτοις δεν εμπίπτει σε αυτό το είδος. Πρόκειται για μια κοινωνική κριτική και ακόμα περισσότερο για μια εσωτερική αναζήτηση. Τίθενται ερωτήματα όπως : μπορούμε να ξεφύγουμε από τον εαυτό μας, από τη ζωή μας; Γίνεται να ξεφύγουμε δια παντός από όλους κι από όλα; Κι αν το καταφέρουμε, πόσο βέβαιο είναι ότι δεν θα “καπελωθούμε” από πρόσωπα και καταστάσεις παρεμφερείς με εκείνες από τις οποίες τόσο πασχίζαμε να ελευθερωθούμε;

Πολυπρόσωπο έργο, που θα πρέπει να του πιστωθεί ότι ακόμη και οι λιγότερο σημαντικοί χαρακτήρες σκιαγραφούνται αρτιότατα, δίνοντάς μας, μετά από λίγες σελίδες, την αίσθηση ότι τους γνωρίζουμε χρόνια, ενώ ακόμη και εκείνους που δεν συμπαθούμε, υπάρχουν στιγμές τους συμπάσχουμε, ιδιαίτερα όταν παρακολουθούμε την ιστορία μέσα από το κεφάλι τους.
Αλλά και αφηγηματικά, το μυθιστόρημα είναι έξω από τα τετριμμένα. Ο Π.Μ. δεν συνέγραψε βάσει κανόνων, αλλά ελεύθερα και χωρίς να καλουπώνει την έμπνευσή του. Η αφήγηση είναι κυρίως τριτοπρόσωπη, αλλά διαρκώς εναλλασσόμενη μεταξύ των χαρακτήρων, τους ενός μετά του άλλου αδιάκοπα, ενώ σε ορισμένα σημεία έχουμε μια δευτεροπρόσωπη αφήγηση, όταν ο συγγραφέας/αφηγητής απευθύνεται σε εμάς, τους αναγνώστες. Μια αφήγηση που σε γενικές γραμμές δίνει την αίσθηση προφορικού (αλλά κάπως εκλεπτυσμένου) λόγου.

Μοναδική υπερβολή του συγγραφέα είναι ο γιος του Αλέξη, ο οποίος εκμεταλλεύεται ξεδιάντροπα τα δεινά της οικογένειάς του για να  ανέλθει στο δημοσιογραφικό και τηλεοπτικό χώρο. Ομολογώ πως δεν θα μπορούσα με τίποτα να φανταστώ πως κάτι ανάλογο θα μπορούσε να συμβεί στην πραγματικότητα, αλλά αντιλαμβάνομαι ότι η μικρή αυτή υπερβολή αποσκοπεί στο να καυτηριαστεί ο χώρος της τηλεόρασης (άλλωστε και ο Μεθενίτης δημοσιογράφος είναι).


Μερικά αποσπάσματα :
i.

Κι ο δημοσιογράφος, στο κάτω κάτω, λειτούργημα κάνει, έχει μια εξουσία στα χέρια του, την οποία οφείλει να χρησιμοποιεί σωστά για το καλό της Δικαιοσύνης, της Αλήθειας, του Λαού, του Καναλιού, της Θεαματικότητας και της Τσέπης του – όχι απαραίτητα μ’αυτή τη σειρά, αμήν!



ii.

«Ελευθερία είναι να μπορείς να κάνεις είτε το καλό είτε το κακό, ανάλογα με τις αρχές σου. Ελευθερία είναι η δυνατότητα επιλογής. Ό,τι κι αν είναι πάντως, την προτιμώ από την καταναγκαστική ή την επιβεβλημένη “καλοσύνη”. Εάν κάνεις το “σωστό”, επειδή δεν έχεις τ’αρχίδια ή τα λεφτά ή τις σωματικές αντοχές ή την ευφυΐα να σφάλεις, παρ’όλο που το λαχταράς, τότε δεν είσαι καλός. Είσαι κάλπης, πρόστυχος».



iii.

«Λογοτεχνία βέβαια όλες αυτές οι μπούρδες, τα φληναφήματα γι’ανθρώπους που προτιμούν να διαβάζουν περί ζωής απ’το να τη ζουν, ποίηση, δηλαδή έμμετρα κλαψουρίσματα, άλλα κι άλλα, κι άλλα…»


Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014

«Η ψιλικατζού» - Κωνσταντίνα Δελημήτρου

Εδώ και κάμποσο καιρό είχε πάρει το μάτι μου το βιβλίο ετούτο και αυτό που μου είχε κεντρίσει περισσότερο το ενδιαφέρον ήταν ότι δεν πρόκειται για έργο μυθοπλασίας αλλά για το προσωπικό ημερολόγιο της ιδιοκτήτριας ενός ψιλικατζίδικου σε μια υποβαθμισμένη γειτονιά της πρωτεύουσας. Δεν ξέρω αν ισχύει αυτό 100%, πάντως εγώ ως καταγραφές αληθινού ημερολογίου το διάβασα και μπορώ να διαβεβαιώσω πως πείθει μέχρι την τελευταία του γραμμή για τέτοιο.

 
εκδ. Intro Books
σελ. 125 (ηλ. έκδοση)


Το εξομολογητικό ημερολόγιο της Κ.Δ. αποτελείται από δύο μεγάλες κατηγορίες : την καθημερινότητά της στο ψιλικατζίδικο και τις δυσκολίες της στο να συλλάβει παιδί.

Η πρώτη κατηγορία (έχω την εντύπωση ότι) αποτελείται κυρίως από παλαιότερες αναρτήσεις στο ιστολόγιό της και επικεντρώνονται στον σχολιασμό της γειτονιά της, της οποίας έχει μια σφαιρική θεώρηση λόγω του μαγαζιού της. Επίσης, πού και πού παρεισφρέουν αναμνήσεις της από την παιδική και εφηβική της ηλικία.
Έτσι, με μπόλικες δόσεις χιούμορ και μια εξαιρετικά άμεση γλώσσα μαθαίνουμε για τους τύπους πελατών της, την ξενοφοβία και τον ρατσισμό στην γειτονιά της, για τα καμώματα των μικρών μαθητών του απέναντι σχολείου, για την περίοδο που έβαφε νύφες ως αισθητικός, για την σχολική της τσάντα που μισούσε αλλά της την επέβαλλε η γιαγιά της.

Η δεύτερη κατηγορία είναι εντελώς διαφορετική. Σ’αυτήν, η Κ.Δ. μιλάει για το πρόβλημα υπογονιμότητας που αντιμετωπίζει, το οποίο την κρατάει μακριά από αυτό που ονειρευόταν : να γίνει μαμά. Έτσι, ενώ καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να μείνει έγκυος, μοιράζοντας τον χρόνο της σε ιατρεία και κέντρα γονιμότητας και εναποθέτοντας τις ελπίδες της σε εμβρυολόγους και γυναικολόγους, πρέπει παράλληλα να αντιμετωπίζει και τα σχόλια του κοινωνικού της περίγυρου – σχόλια του τύπου “εσείς πότε θα βάλετε μπροστά για παιδί;”, “άντε κάντε κι εσείς παιδάκι τώρα προτού γεράσετε”, και διάφορα παρόμοια που την πληγώνουν μεν αλλά δεν της επιτρέπεται να το δείξει δε.
Αυτή η κατηγορία είναι άκρως φορτισμένη συναισθηματικά. Τα άγχη, οι ελπίδες και οι απογοητεύσεις της Κωνσταντίνας και του συζύγου της μας μεταφέρονται εξαιρετικά γλαφυρά και είναι αυτά τα κομμάτια που βιαζόμουν περισσότερο να διαβάσω, αγωνιώντας να μάθω τι θα γίνει στη συνέχεια.

Οι δύο κατηγορίες παρατίθενται εναλλάξ (με διαφορετική γραμματοσειρά η καθεμιά) και αυτό ακριβώς είναι το τρικ που απογειώνει το βιβλίο. Κάθε σελίδα χιούμορ ακολουθείται από το άγχος για την εγκυμοσύνη· εκεί που γελάς με την ψυχή σου από τις ξεκαρδιστικές περιγραφές της Κ.Δ., -τσουπ!- συμπάσχεις με την αγωνία της για τα αποτελέσματα των εξετάσεων· και αντίστροφα, εκεί που στενοχωριέσαι για την αποτυχία της θεραπείας της, έρχεται η (ελαφρώς) αθυρόστομη εξιστόρηση κάποιου ευτράπελου να σου σχηματίσει ένα χαμόγελο.

Γλυκόπικρο σε όλη του την έκταση το βιβλίο, με τη συγκίνηση και το γέλιο να εναλλάσσονται ασταμάτητα, δεν μας επιφυλάσσει μεν το happy end που έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε, η ίδια η συγγραφέας όμως απαιτεί να ενημερώνουμε ότι η ιστορία της (μετά το βιβλίο) έχει αίσιο τέλος.


Μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα :

i.
Όταν πρωτοήρθα, με πλησίασαν συνωμοτικά σχεδόν όλοι οι ευυπόληπτοι γείτονες –Έλληνες- να με προειδοποιήσουν. Γιατί, λέει, με είχαν συμπαθήσει - καλή είμαι.
«Πρόσεχε τα βερεσέδια», «Οι Αλβανοί θα σε φεσώσουν», «όλα τα μαγαζιά τραβάνε τα μαλλιά τους» και άλλα χαριτωμένα. Μου είπαν και συγκεκριμένες οικογένειες να προσέχω. Ειδικά τους Πακιστανούς. Α, ρε, τα Πακιστανάκια με τις μπύρες τους, οι καλύτεροι πελάτες. Το τι φέσι έφαγα από τους Έλληνες δε λέγεται. Οι δε Αλβανοί, κύριοι. Οι Αρμένιοι αφήνουν πάντα φιλοδώρημα γιατί είμαι καινούργιο μαγαζί και θέλουν να πάω καλά.
Το πιο ανατριχιαστικό, όμως, είναι τα παιδάκια του Δημοτικού. Όταν όλα τα Ελληνάκια αλωνίζουν, πειράζουν και γενικώς μου πηδάνε το μαγαζί, τα άλλα, τα ξένα ντε, φοβούνται ακόμη και να μου μιλήσουν. Μου δείχνουν τα χέρια τους πριν φύγουν γιατί ξέρουν τη στάμπα που τους κολλήσαμε και παλεύουν να κερδίσουν αξιοπρέπεια.


ii.
Άλλο ένα τρίμηνο πέρασε, άλλη μια εξέταση σπέρματος, άλλος ένας μαραθώνιος βιταμινών, αντιβιώσεων, θλίψης. Το γαμημένο σαλόνι πάντα εκεί, γεμάτο με φουσκωμένες κοιλιές και ατέλειωτα παράπονα για πρησμένα στήθια και πόδια. Παράπονα για το σώμα τους, για τις καμπύλες τους, για τα κιλά. Καμία κουβέντα για το μωράκι τους.
Ήθελα να τις πιάσω απ΄ το λαιμό και να τις ταρακουνήσω γερά. Να καταλάβουν πόσο τυχερές είναι, να δουν μέσα απ΄ την κοιλιά τους, για πρώτη φορά, ότι δεν είναι σκέτο λίπος, υγρά και βάρος. Ότι έχουν μια ακόμα καρδούλα να χτυπάει και την πληγώνουν πριν καν γεννηθεί.


iii.
Τώρα, όμως, έγινε τρέντι η μετάφραση από αγγλικά σε ελληνικά. Όοοοχι, δεν είναι σωστό να πεις: «δώσε το αλάτι, ρε μάστορα», όχι. Πρέπει να το πεις όπως ο αστοιχείωτος το μετάφρασε στο βιβλίο, από “pass me the salt” σε «πέρασέ μου το αλάτι». Για να δείξεις, φυσικά, ότι το διάβασες το ρημάδι.


iv.
Βρέθηκα σε δικτυακούς τόπους φτιαγμένους για ψυχολογική υποστήριξη γυναικών που έχουν αποβάλει. Τόσος πόνος και μπορούσες να συζητήσεις τα πάντα. Το παραμικρό που είχα νιώσει το είχαν νιώσει την ίδια στιγμή και εκατοντάδες γυναίκες απ’ όλο τον κόσμο. Υπήρχαν γυναίκες που είχαν αποβάλει περισσότερες από μία φορές, πέντε και έξι. Και ήταν τόσο δυνατές. Πόσο τις ζήλευα και πόσο τις λυπόμουν.
[…]
Το θέμα επίσης είχε εμπορευματοποιηθεί εντυπωσιακά. Υπήρχαν ολόκληρες ιστοσελίδες που σου κανόνιζαν μια κανονική τελετή κηδείας ανάλογα με τη θρησκεία σου. Άλλες που με ένα αρκετά μεγάλο αντίτιμο αγόραζες ένα φυλακτό με χαραγμένη επάνω την ημερομηνία αποβολής του μωρού σου για να μην το ξεχάσεις ποτέ. Άλλες που σου έφτιαχναν ένα μενταγιόν και έβαζες μέσα τη φωτογραφία του υπέρηχου. Ανατρίχιασα.


Αφού είδε τα γραπτά της να εκδίδονται σε χαρτί, πλέον η Κωνσταντίνα Δελημήτρου διαθέτει δωρεάν την «Ψιλικατζού» σε ηλεκτρονική μορφή.