Τρίτη 13 Μαΐου 2014

«Το θαύμα της αναπνοής» - Δημήτρης Σωτάκης

Ένας άνδρας ανάμεσα στα τριάντα και τα σαράντα, απελπισμένος από την άθλια οικονομική του κατάσταση, αναγκάζεται να δεχθεί μια παράξενη δουλειά σε μια εταιρεία. Φαινομενικά τα καθήκοντά του είναι πολύ λίγα –έως και ανύπαρκτα– και η αμοιβή του δυσανάλογα υψηλή. Με τον καιρό, όμως, αντιλαμβάνεται ότι το αντίκρισμα των σημαντικών αυτών οικονομικών απολαβών είναι πολύ βαρύτερο από όσο αρχικά είχε μπορέσει να φανταστεί.


εκδ. Κέδρος - σελ. 209


Με αυτό το καφκικού ύφους, αλληγορικό μυθιστόρημα ο Σωτάκης θέλει κάτι να πει. Και ομολογώ πως αυτό το ‘κάτι’ δεν είναι μου ήταν εξαρχής τόσο ευδιάκριτο. Αρχικά δίνει την εντύπωση μιας παραβολικής κριτικής στις αδηφάγες εταιρείες-κολοσσούς που, εκμεταλλευόμενες την ανεργία και τη φτώχια, απομυζούν τους απελπισμένους ανθρώπους.
Όμως δεν είναι αυτό.
Κλείνοντας το βιβλίο είναι πια ξεκάθαρο αυτό το ‘κάτι’ για το οποίο μιλά ο συγγραφέας. Μιλά για το σήμερα, για τις στιγμές του παρόντος που συχνά θυσιάζουμε στον βωμό μιας μελλοντικής ευτυχίας. Για τις καθημερινές ευκαιρίες που τώρα προσπερνάμε χωρίς τύψεις, γιατί έχουμε την ψευδαίσθηση πως επενδύουμε σε κάτι μεγαλύτερο, κάτι σημαντικότερο : σε ένα καλύτερο αύριο.
Μόνο που αυτό το αύριο –αν και όποτε έρθει– δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα είναι αντάξιο των προσδοκιών μας· κανείς δεν μας υπογράφει ότι θα είναι τόσο λαμπερό και φωτεινό όσο το ονειρευόμαστε· δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι θα αξίζει τις σημερινές θυσίες μας, οι οποίες άλλωστε μας εμποδίζουν να γευτούμε το μοναδικό βέβαιο : το σήμερα.
«Δεν έχω άλλες αντοχές», του είπα. «Θέλω να ξεκινήσω πάλι τη ζωή μου, έμαθα αυτά που έπρεπε, ξέρω τα λάθη». Εκείνος με κοίταξε και χαμογέλασε, τέντωσε τις παλάμες του, δε μου έδινε πολλή σημασία αφού ταυτόχρονα έψαχνε κάτι με το βλέμμα του στις σημειώσεις που κρατούσε στα χέρια του. «Δε σ’τα είπανε;» με ρώτησε. «Η παράσταση δε θα γίνει τελικά, ακυρώθηκε την τελευταία στιγμή». «Και η πρόβα;» ρώτησα. «Θα πάει χαμένη τόση πρόβα; Η κανονική μου ζωή πότε θα ’ρθει;» Φεύγοντας μου μίλησε. «Δεν έχει άλλο, αυτό ήτανε, τι νόμιζες;».

Το μυθιστόρημα δεν με κέρδισε αφηγηματικά. Το πρωτότυπο εύρημα (σε συνδυασμό και με την καφκική ατμόσφαιρα) δίνει ένα δυνατό ξεκίνημα, όμως ο αρχικός ενθουσιασμός σύντομα ατονεί και ύστερα δεν υπάρχει κάτι άλλο για να διατηρήσει το ενδιαφέρον και την αγωνία. Μάλιστα, παρά την κοφτή και λιτή γραφή, από την μέση και έπειτα, έπιασα τον εαυτό μου να βαριέται κάπως. Όπως και να’χει, όμως, κρατώ την αλληγορία και τις αναζητήσεις που επιχειρούνται μέσα από αυτό το κείμενο.



Μου άρεσε το ότι στις πρώτες σελίδες αναφέρονται όλα τα έργα του Σωτάκη, ασχέτως αν μερικά από αυτά ανήκουν σε άλλους εκδοτικούς οίκους. Επικροτώ αυτήν την τακτική και όχι μιαν άλλη, εκείνη που προσπαθεί να μας πείσει ότι η πορεία ενός συγγραφέα ξεκινά και τελειώνει μαζί με ένα συμβόλαιο.

2 σχόλια:

  1. οι μέρες που ζούμε, γίνονται ανεξάντηλητη πηγή ιστοριών...Δεν ξέρω αν είναι απο τις καλύτερες που έχω διαβάσει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Συμφωνώ, όσο πιο δύσκολοι καιροί, τόσο περισσότερες ιστορίες γεννούν -αν και το συγκεκριμένο εκδόθηκε το 2009, οπότε δεν είχε προλάβει να γνωρίσει την σημερινή κατάσταση σε ολόκληρή της την διάσταση. Νομίζω πως αποτυπώνει ένα πιο διαχρονικό φαινόμενο, ανεξάρτητο της παρούσας κρίσης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή